|
Το πραγματικό πρόβλημα
είναι το χρέος
Για την Goldman
Sachs,
όμως, το πολιτικό
πρόσωπο που θα βρεθεί
στο Μέγαρο των Ηλυσίων
δεν είναι το
σημαντικότερο ζήτημα. Το
μεγαλύτερο πρόβλημα
είναι η δημοσιονομική
κατάσταση της χώρας.
Το δημόσιο χρέος
πλησιάζει το
120% του ΑΕΠ,
ενώ το δημοσιονομικό
έλλειμμα παραμένει πάνω
από το 5% του
ΑΕΠ.
Ταυτόχρονα, ένα
κατακερματισμένο
κοινοβούλιο θα μπορούσε
να καταστήσει ιδιαίτερα
δύσκολη την εφαρμογή των
περικοπών δαπανών και
των μεταρρυθμίσεων που
απαιτούνται για τη
σταθεροποίηση του
χρέους.
Η αγορά ομολόγων έχει
ήδη αρχίσει να τιμολογεί
αυτόν τον κίνδυνο. Η
απόδοση του γαλλικού
10ετούς έχει φτάσει στο
4,2%,
το υψηλότερο επίπεδο από
το 2008, ενώ η διαφορά
απόδοσης μεταξύ γαλλικών
και γερμανικών 10ετών
ομολόγων, το γνωστό
OAT-Bund
spread,
έχει ξεπεράσει τις 80
μονάδες βάσης.
Η Goldman
Sachs
εκτιμά ότι το
spread
μπορεί να σταθεροποιηθεί
κοντά στις 70
μονάδες βάσης,
ενώ οι 100 μονάδες βάσης
αποτελούν ένα εύλογο
stress
scenario.
Παράδοξο είναι ότι η
τράπεζα θα γινόταν
περισσότερο θετική για
τα γαλλικά assets
εάν το spread
έφτανε κοντά στις
100 μονάδες
βάσης. Ένα
τέτοιο επίπεδο θα
μπορούσε να σηματοδοτεί
ότι η αγορά έχει
τιμολογήσει υπερβολικά
απαισιόδοξο σενάριο σε
σχέση με τα θεμελιώδη
μεγέθη.
Το CAC
40 έχει ήδη πληρώσει
μεγάλο τίμημα
Οι γαλλικές μετοχές
έχουν ήδη υποστεί
σημαντικές πιέσεις. Ο
CAC
40 ήταν ο πιο αδύναμος
μεγάλος ευρωπαϊκός
δείκτης το 2024, το 2025
και το 2026,
υποαποδίδοντας έναντι
του STOXX
600 κατά 7,8%,
5,2% και 6,8%
αντίστοιχα.
Για την Goldman
Sachs,
η αδυναμία αυτή δεν
μπορεί να εξηγηθεί μόνο
από τη σύνθεση του
δείκτη. Αντίθετα,
φαίνεται ότι οι
επενδυτές επιβάλλουν
στις γαλλικές μετοχές
ένα ειδικό
πολιτικό και
δημοσιονομικό
risk
premium.
Υπάρχει όμως μια
σημαντική λεπτομέρεια: ο
CAC
40 δεν αποτελεί ακριβώς
στοίχημα πάνω στη
γαλλική οικονομία.
Μόλις περίπου
15% των εσόδων
των εταιρειών του δείκτη
προέρχεται από τη
Γαλλία. Αυτό περιορίζει
την άμεση επίδραση των
εγχώριων πολιτικών
εξελίξεων στα συνολικά
κέρδη των εισηγμένων.
Πολύ μεγαλύτερη έκθεση
στο γαλλικό πολιτικό και
δημοσιονομικό ρίσκο έχει
το λεγόμενο
France
Domestic
basket
της Goldman
Sachs,
όπου περίπου το 50% των
εσόδων προέρχεται από τη
γαλλική αγορά. Το καλάθι
αυτό έχει μεγαλύτερη
έκθεση σε κλάδους όπως
οι τράπεζες, οι
βιομηχανίες, τα ακίνητα
και το λιανεμπόριο.
Κάθε 10 μονάδες βάσης
κοστίζουν
Η διαφορά μεταξύ των δύο
κατηγοριών γίνεται
ιδιαίτερα σημαντική όταν
αυξάνεται το
spread
των γαλλικών ομολόγων
έναντι των γερμανικών.
Σύμφωνα με την
Goldman
Sachs,
ιστορικά μια διεύρυνση
του OAT-Bund
spread
κατά 10 μονάδες
βάσης έχει
συνδεθεί με περίπου
3% πτώση του
CAC
40
και περίπου 4%
πτώση του
France
Domestic
basket.
Αυτό δείχνει πόσο
ευαίσθητες είναι οι
εγχώριες γαλλικές
μετοχές στην εξέλιξη του
κρατικού κινδύνου.
Και εδώ βρίσκεται ένα
από τα βασικά προβλήματα
για τους επενδυτές:
ακόμη και αν ο
CAC
40 φαίνεται πλέον
φθηνότερος, μια νέα
διεύρυνση των
spreads
θα μπορούσε να οδηγήσει
σε περαιτέρω συμπίεση
των αποτιμήσεων.
Φθηνότερες, αλλά όχι
αρκετά
Οι αποτιμήσεις έχουν
πράγματι γίνει πιο
ελκυστικές. Οι γαλλικές
domestic
μετοχές
διαπραγματεύονται
περίπου στις 10
φορές τα
forward
κέρδη,
δηλαδή περίπου
35% χαμηλότερα
από την ευρύτερη
ευρωπαϊκή αγορά.
Για την Goldman
Sachs,
όμως, η έκπτωση αυτή δεν
είναι ακόμη αρκετή ώστε
να δικαιολογεί επιστροφή
σε επιθετικές
τοποθετήσεις.
Η πολιτική αβεβαιότητα,
σε συνδυασμό με την
υψηλή ευαισθησία των
εγχώριων μετοχών στα
κρατικά spreads,
θα μπορούσε να
δικαιολογήσει ακόμη
μεγαλύτερο
discount,
πιθανώς πάνω από
10% επιπλέον σε
σχέση με τα σημερινά
επίπεδα.
Οι γαλλικές τράπεζες στο
επίκεντρο
Οι γαλλικές τράπεζες
αποτελούν την πιο
«υψηλού beta»
έκθεση στις πολιτικές
εξελίξεις.
Διαπραγματεύονται
περίπου στις 8
φορές τα
forward
κέρδη,
με discount
περίπου 25%
έναντι των ευρωπαϊκών
ανταγωνιστών.
Ωστόσο, μια νέα άνοδος
των spreads
θα μπορούσε να αυξήσει
το κόστος
χρηματοδότησης, να
ανεβάσει το κόστος ιδίων
κεφαλαίων και να
επαναφέρει ανησυχίες για
φορολογία και ρύθμιση.
Επιπλέον, οι γαλλικές
τράπεζες έχουν ήδη
καταγράψει εντυπωσιακή
άνοδο περίπου
140% από τον Ιανουάριο
του 2022,
περιορίζοντας το
περιθώριο για ένα νέο
σημαντικό
rerating
χωρίς μεγαλύτερη
πολιτική ορατότητα.
Η φορολογία πιέζει τα
κέρδη
Στο μέτωπο της
φορολογίας υπάρχει ένας
ακόμη πονοκέφαλος.
Οι διαδοχικές παρατάσεις
της προσωρινής επιπλέον
φορολόγησης των
επιχειρήσεων έχουν
αυξήσει τους
πραγματικούς
φορολογικούς συντελεστές
περίπου στο 30%
για εταιρείες με κύκλο
εργασιών άνω του 1 δισ.
ευρώ και περίπου στο
35% για
εκείνες με τζίρο άνω των
3 δισ. ευρώ.
Η Goldman
Sachs
υπολογίζει ότι τα
συγκεκριμένα μέτρα
μειώνουν τα κέρδη
περίπου κατά 2
ποσοστιαίες μονάδες για
τον
CAC
40
και κατά 4,5
μονάδες για το
France
Domestic
basket.
Οι ξένοι επενδυτές δεν
αποτελούν πλέον
«μαξιλάρι»
Ένας ακόμη παράγοντας
που περιορίζει την
προστασία της γαλλικής
αγοράς είναι η στάση των
διεθνών επενδυτών.
Οι ξένες τοποθετήσεις
στην Ευρώπη και τη
Γαλλία έχουν αυξηθεί
σημαντικά τον τελευταίο
χρόνο, με αποτέλεσμα οι
διεθνείς επενδυτές να
μην εμφανίζονται πλέον
ουσιαστικά
underweight
στη γαλλική αγορά.
Αυτό σημαίνει ότι μια
νέα αύξηση του πολιτικού
κινδύνου μπορεί όχι μόνο
να περιορίσει τις νέες
εισροές, αλλά και να
οδηγήσει σε εκροές,
διευρύνοντας περαιτέρω
την έκπτωση των γαλλικών
assets.
Δεν βλέπει κρίση, αλλά
βλέπει παρατεταμένο
ρίσκο
Παρά τις ανησυχίες, η
Goldman
Sachs
δεν προβλέπει μια
συστημική κρίση στη
Γαλλία ούτε ένα
γενικευμένο σοκ στα
εταιρικά κέρδη.
Η Ευρώπη διαθέτει πλέον
ισχυρότερους θεσμικούς
μηχανισμούς προστασίας,
ενώ το
Rassemblement
National
έχει εγκαταλείψει την
προηγούμενη σκληρή
αντιευρωπαϊκή και
αντι-ευρώ στάση του,
μειώνοντας τον κίνδυνο
μιας άμεσης ρήξης με το
κοινό νόμισμα.
Ωστόσο, η Goldman
εκτιμά ότι τα
risk
premia
θα παραμείνουν αυξημένα
καθ' όλη τη διάρκεια του
εκλογικού κύκλου του
2027 και των συνεχών
συζητήσεων γύρω από τον
γαλλικό προϋπολογισμό.
Η επιλογή της
Goldman
Σε αυτή τη φάση, η
Goldman
Sachs
προτιμά τα
γαλλικά ομόλογα έναντι
των εγχώριων μετοχών
όταν η αγορά παρουσιάζει
αδυναμία.
Παράλληλα, εμφανίζεται
πιο θετική για τις
γερμανικές
μετοχές, όπου
το δημοσιονομικό και
επενδυτικό πρόγραμμα της
Γερμανίας μπορεί να
λειτουργήσει ως
καταλύτης για την
εταιρική κερδοφορία.
Το μήνυμα προς τους
επενδυτές είναι επομένως
αρκετά ξεκάθαρο:
η Γαλλία έχει γίνει
φθηνή, αλλά όχι ακόμη
αρκετά φθηνή ώστε να
αγνοηθεί το πολιτικό και
δημοσιονομικό ρίσκο.
Το 2027 μπορεί να
αποτελέσει σημείο καμπής
για τα γαλλικά
assets,
όμως μέχρι τότε η
Goldman
Sachs
θεωρεί ότι οι επενδυτές
θα πρέπει να είναι
ιδιαίτερα επιλεκτικοί.
Και ίσως η πιο
ενδιαφέρουσα ευκαιρία να
εμφανιστεί όχι όταν η
πολιτική αβεβαιότητα
κορυφωθεί, αλλά όταν οι
αγορές έχουν τιμολογήσει
υπερβολικά μεγάλο μέρος
του κινδύνου.
|