|
Την ίδια στιγμή, οι
εταιρείες του
Stoxx
600 αύξησαν τα κέρδη ανά
μετοχή περίπου 14% στο
πρώτο εξάμηνο, επίδοση
που συγκαταλέγεται στις
ισχυρότερες των
τελευταίων ετών.
Η εξέλιξη αυτή
αμφισβητεί ευθέως την
παγιωμένη άποψη ότι η
Ευρώπη αποτελεί μια
αγορά με χρόνια αδυναμία
στην παραγωγή εταιρικής
κερδοφορίας. Αντίθετα, η
Goldman
Sachs
επισημαίνει ότι η αύξηση
των EPS
κινείται πλέον με
ρυθμούς που δεν είχαν
καταγραφεί εδώ και
χρόνια, παρά το γεγονός
ότι οι ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις βρέθηκαν
αντιμέτωπες με νέο
ενεργειακό σοκ.
Η Ευρώπη ξεπερνά τις
προσδοκίες
Η ανθεκτικότητα των
ευρωπαϊκών αγορών
γίνεται ακόμη πιο
εντυπωσιακή αν ληφθεί
υπόψη το γεωπολιτικό
περιβάλλον. Ο πόλεμος
στη Μέση Ανατολή και οι
περιορισμοί στη διέλευση
πετρελαίου από τα Στενά
του Ορμούζ έχουν
προκαλέσει έντονη άνοδο
στις ενεργειακές τιμές,
αυξάνοντας το κόστος για
νοικοκυριά και
επιχειρήσεις.
Παρά τις πιέσεις αυτές,
η ευρωπαϊκή
χρηματιστηριακή αγορά
έχει καταφέρει να
εμφανίσει εξαιρετική
δυναμική.
Η Goldman
Sachs,
μάλιστα, αναθεώρησε
ανοδικά την πρόβλεψή της
για την αύξηση των
κερδών ανά μετοχή των
εταιρειών του
Stoxx
600 για το σύνολο του
2026, στο 15% από 10%
προηγουμένως.
Η μεταβολή αυτή δείχνει
ότι οι αναλυτές βλέπουν
πλέον μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα στην
εταιρική κερδοφορία,
ακόμη και σε ένα
περιβάλλον υψηλότερου
ενεργειακού κόστους.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή
είναι η επίδοση των
ευρωπαϊκών τραπεζών. Από
το 2022 έχουν καταφέρει
να ξεπεράσουν σε απόδοση
τις αμερικανικές
τεχνολογικές εταιρείες
των λεγόμενων «Magnificent
Seven»,
σηματοδοτώντας μια
σημαντική αλλαγή στους
συσχετισμούς των διεθνών
αγορών.
Σε συνολικό επίπεδο, ο
Stoxx
600 έχει καταγράψει
άνοδο 54% από τον
Ιανουάριο του 2025,
έναντι 34% για τον
S&P
500, με βάση τις
αποδόσεις σε δολάρια έως
τις 13 Αυγούστου.
Η Κίνα παραμένει ο
μεγαλύτερος κίνδυνος
Η εικόνα δεν είναι χωρίς
κινδύνους. Ένας από τους
σημαντικότερους αφορά
την αυξανόμενη
ανταγωνιστικότητα της
κινεζικής βιομηχανίας.
Οι κινεζικές εξαγωγές
προς την Ευρώπη
αυξάνονται με διψήφιους
ρυθμούς, ασκώντας
πιέσεις κυρίως στη
γερμανική μεταποίηση,
την αυτοκινητοβιομηχανία
και τη χημική
βιομηχανία.
Ωστόσο, η Goldman
Sachs
θεωρεί ότι η επίδραση
της κινεζικής εξαγωγικής
επέλασης δεν πρέπει να
υπερεκτιμάται σε επίπεδο
συνολικής ευρωπαϊκής
αγοράς.
Ο λόγος είναι ότι ένα
σημαντικό τμήμα του
Stoxx
600 αποτελείται από
εταιρείες που είτε δεν
ανταγωνίζονται άμεσα την
Κίνα είτε διαθέτουν
σημαντικούς βαθμούς
προστασίας από τον
κινεζικό ανταγωνισμό.
Χρηματοοικονομικές
υπηρεσίες, ενέργεια,
φαρμακευτικές και
τηλεπικοινωνίες είναι
χαρακτηριστικά
παραδείγματα.
Επιπλέον, οι κλάδοι που
βρίσκονται στην πρώτη
γραμμή του ανταγωνισμού
με την Κίνα
αντιπροσωπεύουν πλέον
μικρότερο ποσοστό της
συνολικής ευρωπαϊκής
χρηματιστηριακής
κεφαλαιοποίησης. Η
αυτοκινητοβιομηχανία,
για παράδειγμα,
αντιστοιχεί μόλις στο 1%
περίπου της αγοράς.
Αυτό σημαίνει ότι η
σύνθεση της ευρωπαϊκής
χρηματιστηριακής αγοράς
έχει αλλάξει σημαντικά
και δεν μπορεί πλέον να
αξιολογείται
αποκλειστικά μέσα από το
πρίσμα της γερμανικής
βιομηχανίας ή της
ευρωπαϊκής μεταποίησης.
Το ενεργειακό σοκ έχει
και κερδισμένους
Οι υψηλότερες τιμές
πετρελαίου και φυσικού
αερίου αποτελούν
αναμφίβολα αρνητικό
παράγοντα για μεγάλο
μέρος της ευρωπαϊκής
οικονομίας. Αυξάνουν το
κόστος παραγωγής,
περιορίζουν το διαθέσιμο
εισόδημα και μπορούν
τελικά να πλήξουν τη
ζήτηση.
Δεν επηρεάζουν, όμως,
όλους τους κλάδους με
τον ίδιο τρόπο.
Η μεγάλη πετροχημική
βιομηχανία, οι
επιχειρήσεις κοινής
ωφέλειας και ορισμένοι
κλάδοι εμπορευμάτων
μπορούν να επωφεληθούν
από τις υψηλότερες
τιμές. Σύμφωνα με
την Goldman Sachs, οι
εταιρείες εμπορευμάτων
αντιπροσωπεύουν περίπου
το ήμισυ της συνολικής
αύξησης των κερδών του
Stoxx 600 μέσα στο 2026.
Το
κρίσιμο ερώτημα πλέον
είναι η διάρκεια της
ενεργειακής κρίσης. Εάν
οι υψηλές τιμές
διατηρηθούν για μεγάλο
χρονικό διάστημα και
αρχίσουν να περιορίζουν
την κατανάλωση και τις
επενδύσεις, οι αρνητικές
επιπτώσεις θα μπορούσαν
να επεκταθούν σε πολύ
περισσότερους κλάδους.
Οι
τράπεζες αλλάζουν την
εικόνα
Ένας από τους βασικούς
λόγους πίσω από τη
βελτίωση της ευρωπαϊκής
αγοράς είναι η
εντυπωσιακή ανάκαμψη των
τραπεζών.
Μετά από χρόνια
εξαιρετικά χαμηλών
επιτοκίων, ο τραπεζικός
κλάδος έχει επωφεληθεί
από την αλλαγή του
περιβάλλοντος επιτοκίων,
βελτιώνοντας τα
περιθώρια κέρδους και
την απόδοση ιδίων
κεφαλαίων.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις έχουν
ενισχύσει τα περιθώρια
κερδοφορίας τους και
έχουν επιταχύνει τα
προγράμματα επαναγοράς
μετοχών, συμβάλλοντας
στη βελτίωση του ROE.
Η
εικόνα αυτή αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία καθώς
η Ευρώπη βρίσκεται στο
επίκεντρο μεγάλων
επενδυτικών θεματικών:
αυξημένες αμυντικές
δαπάνες, υποδομές,
ενεργειακή ασφάλεια,
εξηλεκτρισμός και
επενδύσεις σε data
centers που απαιτούνται
για την ανάπτυξη της
τεχνητής νοημοσύνης.
Η
ευρωπαϊκή οικονομία δεν
είναι το χρηματιστήριο
Ένα
από τα σημαντικότερα
συμπεράσματα της Goldman
Sachs είναι ότι οι
επενδυτές συχνά κάνουν
το λάθος να ταυτίζουν
την οικονομική ανάπτυξη
μιας χώρας ή περιοχής με
την απόδοση του
χρηματιστηρίου της.
Ο
Stoxx 600 είναι
χαρακτηριστικό
παράδειγμα.
Μόλις περίπου το 40% των
εσόδων των εταιρειών του
δείκτη προέρχεται από
την ευρωπαϊκή εγχώρια
αγορά. Το υπόλοιπο
δημιουργείται εκτός
Ευρώπης, ενώ περίπου το
ένα τέταρτο των
συνολικών εσόδων
προέρχεται από τη Βόρεια
Αμερική.
Επομένως, η σχετικά
χαμηλή ανάπτυξη της
ευρωπαϊκής οικονομίας
δεν μεταφράζεται
αυτόματα σε αντίστοιχα
χαμηλή εταιρική
κερδοφορία.
Άλλωστε, ακόμη και σε
επίπεδο μακροοικονομίας,
η εικόνα αποδείχθηκε
καλύτερη των προβλέψεων.
Η Ευρωζώνη και το
Ηνωμένο Βασίλειο
κατέγραψαν στο δεύτερο
τρίμηνο ετήσια ανάπτυξη
1% και 0,9% αντίστοιχα.
Η
οικονομία, όπως
επισημαίνει η Goldman
Sachs, έχει αποδειχθεί
πολύ πιο ανθεκτική στα
πρόσφατα σοκ από ό,τι
ανέμενε μεγάλο μέρος της
αγοράς.
Η
μεγάλη αλλαγή στις
διεθνείς επενδύσεις
Το
πιο σημαντικό στοιχείο
ίσως δεν είναι μόνο η
άνοδος των ευρωπαϊκών
μετοχών, αλλά η αλλαγή
στη συμπεριφορά των
επενδυτών.
Για
χρόνια, η αμερικανική
αγορά αποτελούσε σχεδόν
μονόδρομο για τα διεθνή
κεφάλαια, με την
τεχνολογία και την
τεχνητή νοημοσύνη να
λειτουργούν ως βασικοί
πόλοι έλξης. Η Ευρώπη
αντιμετωπιζόταν ως αγορά
χαμηλότερης ανάπτυξης
και περιορισμένων
ευκαιριών.
Τα
δεδομένα του 2026
δείχνουν ότι αυτή η
αντίληψη αρχίζει να
αλλάζει.
Η
διαφοροποίηση των
χαρτοφυλακίων, η ισχυρή
τραπεζική κερδοφορία, η
άνοδος των αμυντικών και
ενεργειακών επενδύσεων,
οι υποδομές και η
βελτίωση των εταιρικών
περιθωρίων δημιουργούν
ένα νέο επενδυτικό
αφήγημα για την Ευρώπη.
Η
μεγάλη πρόκληση είναι
πλέον εάν αυτή η
δυναμική μπορεί να
διατηρηθεί. Η
παρατεταμένη ενεργειακή
κρίση, ο κινεζικός
ανταγωνισμός και η
πιθανότητα επιβράδυνσης
της παγκόσμιας
οικονομίας αποτελούν
σημαντικούς κινδύνους.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής, η
εικόνα είναι σαφής:
η Ευρώπη δεν
αποτελεί πλέον απλώς την
«φθηνή» εναλλακτική της
Wall Street. Αρχίζει να
εξελίσσεται σε έναν
αυτόνομο επενδυτικό
προορισμό, με ισχυρή
εταιρική κερδοφορία και
ολοένα μεγαλύτερη
συμμετοχή διεθνών
κεφαλαίων.

Πηγή: Goldman
Sachs
|