|
Τρεις διαφορετικές
μέθοδοι, ίδιο συμπέρασμα
Η Goldman
Sachs
χρησιμοποίησε τρεις
διαφορετικές
προσεγγίσεις για να
υπολογίσει την επίδραση
της επενδυτικής έκρηξης
της AI
στην Ευρώπη.
Η πρώτη βασίστηκε στην
καταγραφή των νέων
δυνατοτήτων σε
κέντρα δεδομένων
ανά χώρα και κλάδο. Η
τράπεζα εκτίμησε τις
σχετικές επενδύσεις με
βάση μια σύνθεση δαπανών
αντίστοιχη με αυτή που
παρατηρείται στις ΗΠΑ.
Με αυτή τη μεθοδολογία,
η παγκόσμια επενδυτική
δαπάνη για AI
εκτιμάται ότι θα
προσθέσει περίπου
0,10 έως 0,15
ποσοστιαίες μονάδες
στην ευρωπαϊκή ανάπτυξη
το 2026.
Η δεύτερη προσέγγιση
ήταν περισσότερο «bottom-up»,
καθώς εξετάστηκε η
εγχώρια προστιθέμενη
αξία που δημιουργείται
από την κατασκευή
κέντρων δεδομένων στην
Ευρώπη, αλλά και από τις
εξαγωγές προϊόντων και
υπηρεσιών που
σχετίζονται με την
τεχνητή νοημοσύνη.
Το αποτέλεσμα ήταν και
εδώ περίπου 0,1
ποσοστιαία μονάδα
ανάπτυξης για το 2026.
Η τρίτη μέθοδος εξέτασε
τα στοιχεία βιομηχανικής
παραγωγής στους κλάδους
που είναι περισσότερο
εκτεθειμένοι στον
επενδυτικό κύκλο της
AI
και κατέληξε σε
αντίστοιχη εκτίμηση.
Η σύγκλιση των τριών
διαφορετικών
προσεγγίσεων ενισχύει,
σύμφωνα με την
Goldman
Sachs,
την εικόνα ότι η
επενδυτική έκρηξη στην
τεχνητή νοημοσύνη δεν
περιορίζεται πλέον στην
αμερικανική οικονομία.
Κέρδη 12 δισ. ευρώ για
τις ευρωπαϊκές εταιρείες
Η επίδραση της AI
αποτυπώνεται ήδη και
στις προσδοκίες για τα
εταιρικά κέρδη.
Η Goldman
Sachs
εξέτασε τις εκτιμήσεις
για τις εισηγμένες
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις
που θεωρούνται
περισσότερο εκτεθειμένες
στην τεχνητή νοημοσύνη.
Από την έναρξη του
σημερινού επενδυτικού
κύκλου της AI,
οι προσδοκίες για τα
κέρδη του 2026
έχουν αυξηθεί κατά
περίπου 12 δισ.
ευρώ.
Το ποσό αντιστοιχεί
περίπου στο
0,05% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ,
υποδεικνύοντας ότι το
όφελος από την AI
αρχίζει να περνά από τις
επενδύσεις και στις
επιχειρηματικές
επιδόσεις.
Ποιοι κερδίζουν
περισσότερο στην Ευρώπη
Η Goldman
Sachs
εντοπίζει δύο βασικές
κατηγορίες οικονομιών
που είναι καλύτερα
τοποθετημένες ώστε να
επωφεληθούν από τον
κύκλο επενδύσεων.
Η πρώτη κατηγορία αφορά
τις χώρες που
προσελκύουν επενδύσεις
σε φυσικές υποδομές
AI
και data
centers.
Οι σκανδιναβικές
οικονομίες και η Ιβηρική
χερσόνησος βρίσκονται σε
αυτή την κατηγορία,
καθώς οι επενδύσεις σε
κέντρα δεδομένων
δημιουργούν άμεσα
δραστηριότητα στις
κατασκευές, στις
εγκαταστάσεις και στον
εξοπλισμό.
Το όφελος επομένως δεν
περιορίζεται στις
εταιρείες τεχνολογίας.
Διαχέεται σε
κατασκευαστικές
επιχειρήσεις, παρόχους
ηλεκτρικής ενέργειας,
εταιρείες υποδομών και
εξοπλισμού.
Η δεύτερη κατηγορία
αφορά τις μεγάλες
βιομηχανικές οικονομίες
που συμμετέχουν στην
παγκόσμια αλυσίδα
παραγωγής ημιαγωγών και
ηλεκτρικού εξοπλισμού.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
Γερμανία,
η οποία μπορεί να
επωφεληθεί από την
αυξημένη παγκόσμια
ζήτηση για βιομηχανικό
εξοπλισμό και προϊόντα
που συνδέονται με την
ανάπτυξη της AI.
Η
AI αρχίζει να λειτουργεί
ως αντίβαρο στην
ενεργειακή πίεση
Η επενδυτική έκρηξη στην
τεχνητή νοημοσύνη δεν
είναι αρκετή για να
εξαλείψει τις πιέσεις
που αντιμετωπίζει η
ευρωπαϊκή οικονομία από
το ενεργειακό κόστος.
Μπορεί όμως να
λειτουργήσει ως
σημαντικό
αντίβαρο.
Η κατασκευή data
centers,
η ζήτηση για ημιαγωγούς,
ηλεκτρικό εξοπλισμό και
υποδομές, αλλά και η
αύξηση των εξαγωγών προς
την παγκόσμια αγορά
AI
δημιουργούν ένα νέο
επενδυτικό κύμα στην
Ευρώπη.
Το βασικό συμπέρασμα της
Goldman
Sachs
είναι ότι η τεχνητή
νοημοσύνη δεν αποτελεί
πλέον μόνο αμερικανική
τεχνολογική ιστορία.
Ο κύκλος των επενδύσεων
άνω του 1 τρισ.
δολαρίων
δημιουργεί σταδιακά ένα
ευρύτερο οικονομικό
αποτύπωμα, με την Ευρώπη
να αποκομίζει το 2026
ένα μετρήσιμο, αν και
σχετικά περιορισμένο,
όφελος στην ανάπτυξη.
Πηγή: Goldman
Sachs
|