|
Η
άνοδος των επιτοκίων
φρενάρει τις νέες
εκδόσεις
Η δραστηριότητα έχει
υποχωρήσει αισθητά μετά
το εξαιρετικά ισχυρό
δεύτερο τρίμηνο. Οι
αμερικανικές
επιχειρήσεις άντλησαν 93
δισ. δολάρια το τρίτο
τρίμηνο, έναντι 252 δισ.
δολαρίων το δεύτερο,
όταν δύο μεγάλες
συναλλαγές
αντιπροσώπευαν περίπου
το ήμισυ του συνολικού
όγκου.
Παράλληλα, ο μέσος
μηνιαίος αριθμός
προσφορών περιορίστηκε
σε περίπου 50, από
περισσότερες από 90 τον
Μάιο και τον Ιούνιο.
Η Goldman
Sachs
αποδίδει την επιβράδυνση
σε μεγάλο βαθμό στην
απότομη άνοδο των
επιτοκίων. Η απόδοση του
αμερικανικού δεκαετούς
ομολόγου έχει αυξηθεί
κατά περίπου 125 μονάδες
βάσης μέσα στον
τελευταίο χρόνο και κατά
περισσότερες από 50
μονάδες βάσης από τα
τέλη Αυγούστου.
Πρόκειται για μεταβολές
ασυνήθιστα μεγάλου
μεγέθους, οι οποίες
αυξάνουν την αβεβαιότητα
και καθιστούν
δυσκολότερο τον
σχεδιασμό νέων εκδόσεων
με ελκυστικούς όρους.
Οι συνθήκες αυτές
επιβαρύνονται και από τη
χαμηλή συμμετοχή των
μετοχών στην άνοδο της
αγοράς. Παρά την ισχυρή
εικόνα του S&P
500, η διάμεση μετοχή
του δείκτη βρίσκεται
περίπου 16% κάτω από το
υψηλότερο επίπεδό της. Η
απόκλιση μεταξύ του
συνολικού δείκτη και της
πορείας της τυπικής
μετοχής έχει περιορίσει
τη διάχυση της ανόδου
στο χαμηλότερο επίπεδο
από την περίοδο της
φούσκας των εταιρειών
τεχνολογίας στα τέλη της
δεκαετίας του 1990.
Για τη Goldman,
η περιορισμένη συμμετοχή
των μετοχών στην άνοδο
υποδηλώνει ότι οι
συνθήκες για νέες
εισαγωγές έχουν
εξασθενήσει και
βρίσκονται πλέον ελαφρώς
κάτω από τον ιστορικό
μέσο όρο. Επομένως, η
ισχυρή εικόνα του δείκτη
δεν αρκεί από μόνη της
για να διασφαλίσει ότι
κάθε νέα έκδοση θα
βρίσκει εύκολα
επενδυτές.
Πρόβλεψη για εκδόσεις
600 δισ. δολαρίων το
2027
Παρά την πρόσφατη
επιβράδυνση, η
Goldman
Sachs
προβλέπει ότι το 2027 οι
συνολικές εκδόσεις
μετοχών στις ΗΠΑ θα
φθάσουν τα 600 δισ.
δολάρια. Από αυτά,
περίπου 175 δισ. δολάρια
αναμένεται να προέλθουν
από αρχικές δημόσιες
προσφορές.
Το ποσό των IPOs
αντιστοιχεί περίπου στο
0,8% της συνολικής
χρηματιστηριακής αξίας
των αμερικανικών
μετοχών, ποσοστό που
βρίσκεται κοντά στον
μέσο όρο της τελευταίας
δεκαετίας.
Οι βασικοί παράγοντες
που αναμένεται να
στηρίξουν την εκδοτική
δραστηριότητα είναι η
διατήρηση της
οικονομικής ανάπτυξης, η
άνοδος των
χρηματιστηριακών τιμών,
η πιθανή αποκλιμάκωση
των επιτοκίων και οι
μεγάλες επενδύσεις στην
τεχνητή νοημοσύνη.
Η χρηματοδότηση της
επενδυτικής έκρηξης στην
τεχνητή νοημοσύνη
αποτελεί ήδη σημαντικό
μέρος της αγοράς. Οι
αυξήσεις κεφαλαίου από
εταιρείες που συνδέονται
με τον συγκεκριμένο
κλάδο ανήλθαν σε 65 δισ.
δολάρια μέσα στο 2026,
αντιπροσωπεύοντας το 45%
του συνολικού όγκου των
αντίστοιχων εκδόσεων.
Για λόγους σύγκρισης, η
έκδοση χρέους που
συνδέεται με την τεχνητή
νοημοσύνη έχει φθάσει
περίπου τα 600 δισ.
δολάρια.
Η διαφορά αυτή
αναδεικνύει τον
σημαντικό ρόλο που
εξακολουθεί να
διαδραματίζει ο
δανεισμός στη
χρηματοδότηση των
επενδύσεων, αλλά και το
περιθώριο περαιτέρω
ενίσχυσης της συμμετοχής
των μετοχικών κεφαλαίων.
Οι επαναγορές μετοχών
απορροφούν μεγάλο μέρος
της προσφοράς
Το βασικό επιχείρημα της
Goldman
Sachs
είναι ότι η αυξημένη
προσφορά τίτλων δεν θα
πρέπει να εξετάζεται
απομονωμένα από τη
ζήτηση. Οι επαναγορές
ιδίων μετοχών από τις
επιχειρήσεις του
S&P
500 αυξήθηκαν κατά 15%
στο πρώτο εξάμηνο του
2026, ενώ η τράπεζα
προβλέπει ότι θα
ανέλθουν σε περίπου 1,7
τρισ. δολάρια το 2027,
από 1,5 τρισ. δολάρια το
2026.
Εάν συνυπολογιστούν και
οι εξαγορές επιχειρήσεων
που πραγματοποιούνται με
μετρητά, η συνολική
ζήτηση εταιρικών
κεφαλαίων αναμένεται να
ξεπεράσει τα 2 τρισ.
δολάρια.
Παράλληλα, τα
αμερικανικά νοικοκυριά
και οι ξένοι επενδυτές
αγόρασαν μετοχές αξίας
άνω του 1 τρισ. δολαρίων
κατά το πρώτο εξάμηνο.
Οι τοποθετήσεις αυτές
αποτελούν σημαντικό
αντίβαρο στην αύξηση της
προσφοράς, καθώς
δημιουργούν μια ευρεία
βάση αγοραστών πέρα από
τις ίδιες τις εισηγμένες
εταιρείες.
Η Goldman
εκτιμά ότι, εάν
συνυπολογιστούν και οι
μετοχές που θα μπορούν
να διατεθούν στην αγορά
μετά τη λήξη των
περιόδων απαγόρευσης
πώλησης για παλαιούς
μετόχους, η καθαρή
προσφορά μετοχών θα
αυξηθεί το 2027 με τον
ταχύτερο ρυθμό από το
2000.
Ωστόσο, οι αναλυτές
επισημαίνουν ότι δεν
είναι ρεαλιστικό να
θεωρείται δεδομένο πως
όλοι οι μέτοχοι των
οποίων οι περιορισμοί
λήγουν θα προχωρήσουν
άμεσα σε πωλήσεις. Το
πραγματικό μέγεθος της
προσφοράς θα εξαρτηθεί
από τις συνθήκες της
αγοράς, τις αποτιμήσεις
και τις ανάγκες
ρευστότητας των
επενδυτών.
Το στοίχημα για τη
Wall
Street
Το συμπέρασμα της
Goldman
Sachs
είναι ότι η αυξανόμενη
προσφορά μετοχών θα
λειτουργήσει ως
παράγοντας πίεσης για
τις αποτιμήσεις, χωρίς
να συνιστά από μόνη της
λόγο τερματισμού της
ανοδικής αγοράς.
Η κρίσιμη ισορροπία θα
διαμορφωθεί ανάμεσα στον
όγκο των νέων εκδόσεων,
στις επαναγορές μετοχών
και στη διάθεση των
επενδυτών να τοποθετούν
νέα κεφάλαια. Εάν η
οικονομική ανάπτυξη
παραμείνει ισχυρή, τα
εταιρικά κέρδη
συνεχίσουν να αυξάνονται
και το κόστος
χρηματοδότησης
υποχωρήσει, η αγορά
ενδέχεται να απορροφήσει
τον πρόσθετο όγκο χωρίς
σοβαρές αναταράξεις.
Αντίθετα, μια νέα άνοδος
των αποδόσεων των
ομολόγων ή μια περαιτέρω
επιδείνωση της
συμμετοχής των μετοχών
στην άνοδο θα μπορούσε
να δυσκολέψει τις νέες
εισαγωγές και να
ενισχύσει την πίεση στις
αποτιμήσεις.
Για τους επενδυτές, το
2027 ενδέχεται επομένως
να είναι μια χρονιά κατά
την οποία η πορεία του
συνολικού δείκτη θα
εξαρτάται ακόμη
περισσότερο από την
ποιότητα των εταιρικών
κερδών και την ικανότητα
της αγοράς να απορροφά
νέες εκδόσεις, παρά από
τη γενικευμένη επέκταση
των αποτιμήσεων.
|