|
Η ταχύτατη αυτή αύξηση
δημιουργεί εύλογα το
ερώτημα κατά πόσο οι
δαπάνες για τεχνητή
νοημοσύνη εκτοπίζουν
άλλες επενδύσεις και
επιχειρηματικές δαπάνες.
Το ζήτημα αποκτά
ιδιαίτερη σημασία επειδή
μεγάλο μέρος των
επενδύσεων στην
AI
κατευθύνεται στην αγορά
εισαγόμενου τεχνολογικού
εξοπλισμού.
Ωστόσο, η Goldman
Sachs
διαπιστώνει μέχρι
στιγμής ότι οι ενδείξεις
για ουσιαστικό
crowding
out
παραμένουν
περιορισμένες.
Στον τομέα των
τεχνολογικών επενδύσεων,
η Goldman
επισημαίνει ότι οι
hyperscalers
έχουν χρηματοδοτήσει
μεγάλο μέρος της
επέκτασης των υποδομών
AI
περιορίζοντας τις
επαναγορές ιδίων
μετοχών. Παράλληλα, οι
μεγάλες εταιρείες
τεχνολογίας εμφανίζονται
πρόθυμες να αυξήσουν τον
δανεισμό τους και δεν
φαίνεται να
αποθαρρύνονται ιδιαίτερα
από το υψηλό κόστος
χρήματος.
Αυτό σημαίνει ότι,
τουλάχιστον μέχρι
σήμερα, οι επενδύσεις
στην AI δεν έχουν
οδηγήσει σε δραματική
συρρίκνωση των υπόλοιπων
τεχνολογικών επενδύσεων.
Οι hyperscalers φαίνεται
να αξιοποιούν συνδυασμό
ισχυρών ταμειακών ροών,
περιορισμού των buybacks
και αυξημένου δανεισμού
για να διατηρήσουν το
επενδυτικό τους
πρόγραμμα.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει
και από τις επιχειρήσεις
που χρησιμοποιούν
υπηρεσίες τεχνητής
νοημοσύνης. Σύμφωνα με
έρευνα της Goldman
Sachs, το κόστος που
συνδέεται με την
υιοθέτηση της AI
παραμένει μέχρι στιγμής
σχετικά περιορισμένο.
Περίπου τα δύο τρίτα των
σχετικών δαπανών
χρηματοδοτούνται μέσω
περικοπών σε άλλες
επιχειρηματικές δαπάνες.
Πιο
εμφανής είναι η επίδραση
στον κατασκευαστικό
κλάδο. Οι επενδύσεις σε
data centers έχουν
αυξηθεί και πλέον
αντιστοιχούν περίπου στο
9% της ιδιωτικής μη
οικιστικής
κατασκευαστικής
δραστηριότητας στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η Goldman
επισημαίνει ότι η άνοδος
αυτή συνέπεσε με πτώση
στις επιδοτούμενες
επενδύσεις σε μονάδες
μεταποίησης. Η εξέλιξη
αυτή αντιστάθμισε μέρος
της αυξημένης ζήτησης
για κατασκευαστικούς
πόρους, με αποτέλεσμα να
υπάρχουν μέχρι στιγμής
μόνο περιορισμένες
ενδείξεις ότι οι
επενδύσεις στα data
centers εκτοπίζουν άλλες
κατασκευαστικές
δραστηριότητες σε εθνικό
επίπεδο.
Παράλληλα, η
χρηματοδότηση που
συνδέεται με την τεχνητή
νοημοσύνη έχει αποκτήσει
πλέον σημαντικό βάρος
στην αγορά εταιρικών
ομολόγων. Η Goldman
Sachs υπολογίζει ότι οι
εκδόσεις που σχετίζονται
με την AI αντιστοιχούν
σχεδόν στο ένα τέταρτο
των συνολικών εκδόσεων
εταιρικού χρέους
επενδυτικής βαθμίδας.
Παρά το σημαντικό αυτό
μέγεθος, όμως, οι
επιπτώσεις στις
υπόλοιπες επιχειρήσεις
παραμένουν
περιορισμένες. Τα
spreads των εταιρικών
ομολόγων που δεν
συνδέονται με την AI
εξακολουθούν να
βρίσκονται κοντά σε
ιστορικά χαμηλά επίπεδα,
γεγονός που δείχνει ότι
η αυξημένη χρηματοδοτική
ανάγκη των εταιρειών
τεχνητής νοημοσύνης δεν
έχει μέχρι στιγμής
προκαλέσει σημαντική
πίεση στην υπόλοιπη
αγορά πιστώσεων.
Συνολικά, η Goldman
Sachs καταλήγει στο
συμπέρασμα ότι τόσο η
συμβολή της τεχνητής
νοημοσύνης στην ανάπτυξη
του αμερικανικού ΑΕΠ όσο
και οι επιπτώσεις
εκτόπισης άλλων
οικονομικών
δραστηριοτήτων είναι
μικρότερες από ό,τι
συχνά υποστηρίζεται.
Για
το 2026, η Goldman
εκτιμά ότι το πρόσθετο
crowding out από την
έκρηξη των επενδύσεων
στην AI θα ανέλθει
περίπου στα 50 δισ.
δολάρια.
Το
ποσό αυτό είναι
σημαντικό σε απόλυτους
όρους, αλλά παραμένει
σχετικά περιορισμένο σε
σχέση με το συνολικό
μέγεθος της αμερικανικής
οικονομίας και των
επιχειρηματικών
επενδύσεων. Μέχρι
στιγμής, επομένως, η
επενδυτική έκρηξη στην
τεχνητή νοημοσύνη
φαίνεται περισσότερο να
προσθέτει μια νέα και
εξαιρετικά μεγάλη πηγή
ζήτησης στην οικονομία
παρά να εκτοπίζει μαζικά
τις υπόλοιπες
επενδύσεις.
Ωστόσο, η Goldman
ουσιαστικά αφήνει
ανοικτό το ενδεχόμενο η
εικόνα να αλλάξει εάν οι
επενδύσεις στην AI
συνεχίσουν να αυξάνονται
με τον ίδιο ρυθμό,
ιδιαίτερα εάν οι
hyperscalers χρειαστεί
να προσφύγουν ακόμη
περισσότερο στις αγορές
χρέους ή εάν η ζήτηση
για υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης αρχίσει να
απορροφά μεγαλύτερο
μέρος των διαθέσιμων
κατασκευαστικών και
χρηματοδοτικών πόρων.
|