|
Δύο πιθανά σενάρια για
την αγορά πετρελαίου
Η
Goldman
Sachs
εξετάζει δύο βασικές
εκδοχές για την εξέλιξη
της αγοράς πετρελαίου
τους επόμενους μήνες.
Στο βασικό σενάριο, οι
διαταραχές στη ροή
πετρελαίου μέσω των
Στενά του Ορμούζ
εκτιμάται ότι θα είναι
περιορισμένης διάρκειας,
επιτρέποντας στην αγορά
να σταθεροποιηθεί
σχετικά γρήγορα. Σε αυτή
την περίπτωση, η μέση
τιμή του πετρελαίου
αναμένεται να
διαμορφωθεί περίπου στα
76 δολάρια το βαρέλι
κατά το δεύτερο τρίμηνο
του 2026 και να
υποχωρήσει κοντά στα 65
δολάρια έως το τέλος του
έτους, καθώς το
γεωπολιτικό risk
premium
θα μειώνεται και η αγορά
θα επιστρέφει σε
συνθήκες δομικής
υπερπροσφοράς.
Στο δυσμενές σενάριο,
ωστόσο, εάν υπάρξει
παρατεταμένο κλείσιμο
των
Στενών του Ορμούζ,
οι οικονομικές συνέπειες
θα είναι αισθητά
εντονότερες. Σε αυτή την
περίπτωση, ο παγκόσμιος
πληθωρισμός θα μπορούσε
να αυξηθεί έως και κατά
0,7 ποσοστιαίες μονάδες,
ενώ η παγκόσμια ανάπτυξη
θα μπορούσε να
επιβραδυνθεί περίπου
κατά 0,4 ποσοστιαίες
μονάδες.
Σύσφιξη των
χρηματοπιστωτικών
συνθηκών
Πέρα από την αγορά
ενέργειας, η τράπεζα
επισημαίνει ότι η
σύγκρουση επηρεάζει και
το χρηματοπιστωτικό
περιβάλλον. Ο παγκόσμιος
δείκτης
χρηματοπιστωτικών
συνθηκών της
Goldman
Sachs
έχει ήδη επιδεινωθεί
κατά περίπου 31 μονάδες
βάσης μετά την κλιμάκωση
της κρίσης.
Εάν αυτή η επιδείνωση
διατηρηθεί, θα μπορούσε
να αφαιρέσει περίπου 0,3
ποσοστιαίες μονάδες από
τον παγκόσμιο ρυθμό
ανάπτυξης μέσα στους
επόμενους δώδεκα μήνες.
Παράλληλα, ανησυχία
προκαλεί και η αγορά
φυσικού αερίου. Η
προσωρινή διακοπή
παραγωγής υγροποιημένου
φυσικού αερίου στο
Κατάρ
επηρεάζει περίπου το 19%
της παγκόσμιας προσφοράς
LNG.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε
την
Goldman
Sachs
να αναθεωρήσει ανοδικά
τις προβλέψεις της για
την τιμή του ευρωπαϊκού
συμβολαίου φυσικού
αερίου
TTF.
Η τράπεζα εκτιμά πλέον
ότι το συμβόλαιο
TTF
μπορεί να φτάσει τα 55
ευρώ ανά μεγαβατώρα τον
Απρίλιο του 2026, έναντι
προηγούμενης εκτίμησης
για 36 ευρώ, εξέλιξη που
ενισχύει τις
πληθωριστικές πιέσεις
κυρίως στην Ευρώπη και
την Ασία.
Επιπτώσεις στη
νομισματική πολιτική
Παρά την άνοδο του
πληθωρισμού, η
Goldman
Sachs
εκτιμά ότι οι
περισσότερες κεντρικές
τράπεζες είναι πιθανό να
μην αντιδράσουν άμεσα σε
ένα τέτοιο ενεργειακό
σοκ. Ιστορικά, οι
απότομες αυξήσεις στις
τιμές πετρελαίου
δημιουργούν
αντικρουόμενες
επιδράσεις –από τη μία
ενισχύουν τον πληθωρισμό
και από την άλλη
επιβραδύνουν την
οικονομική
δραστηριότητα– γεγονός
που συχνά οδηγεί τις
νομισματικές αρχές σε
στάση αναμονής.
Ωστόσο, εάν το αυξημένο
ενεργειακό κόστος
μετακυλιστεί πιο έντονα
στις τελικές τιμές
καταναλωτή, τότε οι
κεντρικές τράπεζες
ενδέχεται να
καθυστερήσουν τους
κύκλους μείωσης
επιτοκίων, ιδίως στις
αναδυόμενες οικονομίες.
Καθοριστικός παράγοντας
για τις αγορές παραμένει
η διάρκεια της κρίσης.
Εάν η γεωπολιτική ένταση
αποδειχθεί προσωρινή, οι
οικονομικές επιπτώσεις
εκτιμάται ότι θα είναι
σχετικά περιορισμένες.
Αντίθετα, μια
παρατεταμένη διαταραχή
στις ενεργειακές ροές
από τη Μέση Ανατολή θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
έναν συνδυασμό
υψηλότερου πληθωρισμού,
αυστηρότερων
χρηματοπιστωτικών
συνθηκών και χαμηλότερης
ανάπτυξης, επηρεάζοντας
αισθητά την πορεία της
παγκόσμιας οικονομίας
μέσα στο 2026.


|