|
Το «κενό» που
δημιουργήθηκε τον Μάρτιο
– όταν ουσιαστικά δεν
πραγματοποιήθηκαν νέες
φορτώσεις πετρελαίου,
φυσικού αερίου και
προϊόντων – αρχίζει
πλέον να αποτυπώνεται
στα παγκόσμια αποθέματα.
Από τα Στενά του Ορμούζ
διέρχεται περίπου το 20%
των παγκόσμιων ροών
πετρελαίου και
LNG,
και καμία εναλλακτική
διαδρομή δεν μπορεί να
υποκαταστήσει αυτά τα
μεγέθη. Ο Μπιρόλ είναι
κατηγορηματικός: «Η πιο
σημαντική κίνηση για τη
σταθεροποίηση της αγοράς
είναι η επαναλειτουργία
των Στενών».
Τον Μάρτιο ο IEA
έκανε την μεγαλύτερη
αποδέσμευση στρατηγικών
αποθεμάτων στην ιστορία
του, διαθέτοντας στην
αγορά 400 εκατ. βαρέλια
πετρελαίου. Η κίνηση
αυτή συνέβαλε στην
προσωρινή σταθεροποίηση,
αλλά ο ίδιος ο
οργανισμός αναγνωρίζει
τα όρια της: τα
στρατηγικά αποθέματα
μπορούν να λειτουργήσουν
μόνο ως βραχυπρόθεσμο
ανάχωμα, όχι ως μόνιμη
λύση. Νέα αποδέσμευση
παραμένει στο τραπέζι αν
η κατάσταση επιδεινωθεί,
αλλά δεν αντιμετωπίζει
το δομικό πρόβλημα της
προσφοράς.
Πέρα από το αργό
πετρέλαιο και το φυσικό
αέριο, ο IEA
εκφράζει ιδιαίτερη
ανησυχία για τα
διυλισμένα προϊόντα. Η
περιορισμένη ροή πρώτων
υλών προς τα διυλιστήρια
ενδέχεται να οδηγήσει σε
ελλείψεις ντίζελ και
αεροπορικών καυσίμων, με
άμεσες επιπτώσεις στην
αεροπορία, τις μεταφορές
και τη βιομηχανία. Ήδη
εμφανίζονται ενδείξεις
πιέσεων στην κηροζίνη,
αυξάνοντας τον κίνδυνο
ακυρώσεων πτήσεων και
διαταραχών στις
εφοδιαστικές αλυσίδες.
Ιδιαίτερα ευάλωτες
αναδεικνύονται οι
φτωχότερες χώρες, που
δεν διαθέτουν τα
δημοσιονομικά εργαλεία
για να απορροφήσουν τις
αυξήσεις στο ενεργειακό
κόστος. Η υποτίμηση των
νομισμάτων τους
επιβαρύνει περαιτέρω την
κατάσταση, μετατρέποντας
την ενεργειακή κρίση σε
ευρύτερη οικονομική και
κοινωνική πίεση.
Συνολικά, ο IEA
εκτιμά ότι η αγορά
ενέργειας εισέρχεται σε
παρατεταμένη φάση
αστάθειας με χρονικό
ορίζοντα που υπερβαίνει
τις αρχικές προβλέψεις.
Η αποκατάσταση δεν θα
είναι γραμμική ούτε
ομοιόμορφη, και
εξαρτάται από
γεωπολιτικούς παράγοντες
που παραμένουν βαθιά
ρευστοί.
|