|
Ωστόσο, η παγκόσμια
κατανάλωση υπολογίζεται
σε περίπου 103,5 εκατ.
βαρέλια ημερησίως,
διατηρώντας την αγορά σε
έλλειμμα προσφοράς.
Στενά του Ορμούζ και
επιθέσεις διατηρούν
υψηλό τον κίνδυνο
Η ενεργειακή κρίση
παραμένει άμεσα
συνδεδεμένη με τη
στρατιωτική σύγκρουση
που ξεκίνησε στις 28
Φεβρουαρίου με τις
αμερικανοϊσραηλινές
επιθέσεις στο Ιράν. Τα
Στενά του Ορμούζ, από
όπου διέρχεται περίπου
το ένα πέμπτο του
παγκόσμιου πετρελαίου,
εξακολουθούν να
βρίσκονται στο επίκεντρο
της αναταραχής, με τις
επιθέσεις σε πλοία να
εντείνουν τους κινδύνους
για τη διεθνή
ναυσιπλοΐα.
Ο IEA
προειδοποιεί ότι οι νέες
επιθέσεις στον Περσικό
Κόλπο καθιστούν
εύθραυστη την ανάκαμψη
των προμηθειών. Την
Τρίτη, η βρετανική
υπηρεσία ναυτικής
ασφάλειας UKMTO
ανέφερε ότι βλήματα
άγνωστης προέλευσης
έπληξαν ένα
δεξαμενόπλοιο και ένα
πλοίο μεταφοράς
εμπορευματοκιβωτίων στην
περιοχή των Στενών.
Τις πρώτες ώρες της
Τετάρτης, οι Φρουροί της
Επανάστασης του Ιράν
ανακοίνωσαν ότι πλοίο
μεταφοράς
εμπορευματοκιβωτίων, το
οποίο μετέφερε
περισσότερα από 2.500
κοντέινερ, βυθίστηκε
νότια των Στενών, έπειτα
από πρόσκρουση σε
ναυτική νάρκη και
πυρκαγιά. Σύμφωνα με την
ιρανική πλευρά, το πλοίο
ακολουθούσε μη
εξουσιοδοτημένη
διαδρομή, ενώ παράλληλα
εκδόθηκε προειδοποίηση
για τους κινδύνους που
εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν τα πλοία
στην περιοχή.
Την ίδια ώρα, οι
αντάρτες Χούθι της
Υεμένης, που
υποστηρίζονται από το
Ιράν, πλήττουν
πετρελαϊκές
εγκαταστάσεις στη
Σαουδική Αραβία,
εντείνοντας τις
ανησυχίες για περαιτέρω
διαταραχές στην παραγωγή
και στις εξαγωγές.
Το κλίμα αβεβαιότητας
αποτυπώνεται και στις
τιμές του αργού. Το
Brent
ενισχύθηκε περίπου κατά
1% στις πρωινές
συναλλαγές της Τετάρτης,
ξεπερνώντας προσωρινά τα
107 δολάρια το βαρέλι,
προτού περιορίσει τα
κέρδη του και υποχωρήσει
κοντά στα 106 δολάρια.
Το αμερικανικό
WTI
κινείται περίπου στα
94,75 δολάρια το βαρέλι.
Το ντίζελ παραμένει
σχεδόν διπλάσιο σε σχέση
με το αργό
Παρά την υποχώρηση από
τα ιστορικά υψηλά του
Σεπτεμβρίου, όταν οι
τιμές του ντίζελ
ξεπέρασαν τα 200 δολάρια
το βαρέλι, η αγορά
εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει σοβαρές
ελλείψεις.
Σύμφωνα με τον
IEA,
τα βασικά συμβόλαια
ντίζελ παραμένουν σχεδόν
διπλάσια σε σχέση με τις
τιμές του αργού
πετρελαίου και τα
επίπεδα που επικρατούσαν
πριν από την κρίση. Η
εξέλιξη αυτή αποτυπώνει
τη μεγαλύτερη πίεση που
δέχονται τα διυλισμένα
προϊόντα σε σύγκριση με
την πρώτη ύλη από την
οποία παράγονται.
Οι εξαγωγές καυσίμων από
τη Μέση Ανατολή έχουν
υποχωρήσει σε λιγότερο
από το 50% των
προπολεμικών επιπέδων,
ενώ τα ρωσικά
διυλιστήρια
αντιμετωπίζουν επιθέσεις
από ουκρανικά μη
επανδρωμένα αεροσκάφη.
Ως αποτέλεσμα, η
διαθέσιμη ποσότητα
ντίζελ παραμένει
περιορισμένη, ακόμη και
καθώς ανακάμπτει
σταδιακά η προσφορά
αργού.
Επιπλέον, το αυξημένο
κόστος μεταφοράς μπορεί
να επιβαρύνει περαιτέρω
τις τιμές στις αγορές
εισαγωγής. Ο IEA
επισημαίνει ότι οι
εντάσεις που αρχικά
επηρέασαν τις θαλάσσιες
μεταφορές αργού έχουν
πλέον επεκταθεί και σε
άλλες κατηγορίες
δεξαμενόπλοιων.
Υπό αυτές τις συνθήκες,
οι τιμές του ντίζελ που
παραδίδεται στις βασικές
αγορές εισαγωγής
πετρελαϊκών προϊόντων
—στην Ευρώπη, την Αφρική
και τη Λατινική Αμερική—
ενδέχεται να κινηθούν εκ
νέου ανοδικά τις
επόμενες εβδομάδες.
Τα αποθέματα δεν
αναμένεται να
αναπληρωθούν σύντομα
Η αποκατάσταση των
αποθεμάτων εκτιμάται ότι
θα απαιτήσει σημαντικό
χρόνο. Ο IEA
θεωρεί απίθανο να
ανακτηθούν οι ποσότητες
ντίζελ που έχουν χαθεί
πέρα από τις συνήθεις
εποχικές διακυμάνσεις
πριν από το δεύτερο
εξάμηνο του 2027.
Στις 2 Οκτωβρίου, η G7
δεσμεύτηκε να
αποδεσμεύσει μέσω του
IEA έως και 100 εκατ.
βαρέλια από τα έκτακτα
στρατηγικά αποθέματα,
δίνοντας προτεραιότητα
στο ντίζελ. Ωστόσο,
σύμφωνα με εσωτερικό
έγγραφο που επικαλούνται
δημοσιεύματα, η
συγκεκριμένη ποσότητα
αφορά την ολοκλήρωση της
προηγούμενης δέσμευσης
του Μαρτίου για
αποδέσμευση συνολικά 400
εκατ. βαρελιών.
Από
εκείνη την ποσότητα
έχουν ήδη αποδεσμευθεί
326 εκατ. βαρέλια.
Επομένως, η νέα κίνηση
δεν συνεπάγεται κατ'
ανάγκη πρόσθετη
παρέμβαση πέραν της
αρχικής δέσμευσης,
περιορίζοντας τις
προσδοκίες για άμεση
ενίσχυση της προσφοράς
μέσω των στρατηγικών
αποθεμάτων.
Ο
IEA περιορίζει τις
προβλέψεις για τη ζήτηση
πετρελαίου
Η
άνοδος των τιμών και η
επιβράδυνση της
οικονομικής
δραστηριότητας οδηγούν
τον IEA σε νέα
αναθεώρηση των
εκτιμήσεών του για την
παγκόσμια κατανάλωση
πετρελαίου.
Ο
οργανισμός προβλέπει
πλέον ότι η ζήτηση θα
μειωθεί κατά 2,6 εκατ.
βαρέλια ημερησίως το
2026, στα 102,4 εκατ.
βαρέλια, έναντι
προηγούμενης εκτίμησης
για πτώση κατά 2,5 εκατ.
βαρέλια ημερησίως.
Για
το 2027, η αναμενόμενη
ανάκαμψη περιορίζεται
στα 2 εκατ. βαρέλια
ημερησίως, από 2,6 εκατ.
που προέβλεπε
προηγουμένως. Με βάση
αυτές τις εκτιμήσεις, η
παγκόσμια ζήτηση το 2027
θα παραμείνει κατά 0,6%
χαμηλότερη από τα
επίπεδα του 2025, αντί
να τα υπερβεί οριακά,
όπως αναμενόταν
παλαιότερα.
Οι
προβλέψεις του ΟΠΕΚ
κινούνται σε διαφορετική
κατεύθυνση, καθώς ο
οργανισμός διατηρεί πιο
αισιόδοξη εικόνα για τη
μελλοντική κατανάλωση.
Ο
ΟΠΕΚ μείωσε για έκτο
συνεχόμενο μήνα την
πρόβλεψή του για την
αύξηση της ζήτησης το
2026, στα 180.000
βαρέλια ημερησίως από
380.000. Αντίθετα,
αύξησε την εκτίμησή του
για το 2027 στα 2,55
εκατ. βαρέλια ημερησίως,
από 2,36 εκατ.,
εκτιμώντας ότι θα
ενισχυθεί η ζήτηση για
την αναπλήρωση των
αποθεμάτων που
εξαντλήθηκαν κατά τη
διάρκεια του πολέμου.
Αυξάνεται η παραγωγή του
ΟΠΕΚ+, αλλά οι
περιορισμοί παραμένουν
Η
παραγωγή αργού
πετρελαίου από τον
ΟΠΕΚ+, στον οποίο
συμμετέχει και η Ρωσία,
αυξήθηκε τον Σεπτέμβριο
κατά περίπου 900.000
βαρέλια ημερησίως,
φθάνοντας τα 39,07 εκατ.
βαρέλια ημερησίως,
σύμφωνα με τα στοιχεία
του ΟΠΕΚ.
Ωστόσο, η αύξηση της
παραγωγής δεν αρκεί από
μόνη της για να
αντισταθμίσει τις
απώλειες που προκαλούν
οι διαταραχές στην
προσφορά και στις
εξαγωγές. Επτά βασικά
μέλη της συμμαχίας
διατήρησαν στις 4
Οκτωβρίου αμετάβλητους
τους στόχους παραγωγής
για τον Νοέμβριο, ενώ
αρκετές χώρες
εξακολουθούν να αντλούν
ποσότητες χαμηλότερες
από τα προβλεπόμενα όρια
λόγω των επιπτώσεων του
πολέμου.
Η
επόμενη συνεδρίαση των
συγκεκριμένων μελών έχει
προγραμματιστεί για την
1η Νοεμβρίου.
Σημειώνεται ότι τα
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
αποχώρησαν από τον ΟΠΕΚ
και τον ΟΠΕΚ+ τον Μάιο.
Η
βασική αβεβαιότητα για
τις αγορές παραμένει η
διάρκεια της σύγκρουσης
και η δυνατότητα
αποκατάστασης των
εξαγωγών μέσω των
κρίσιμων θαλάσσιων
διαδρομών. Εάν οι
εχθροπραξίες
συνεχιστούν, ο IEA
προειδοποιεί ότι η αγορά
πετρελαίου μπορεί να
βρεθεί αντιμέτωπη με
ακόμη εντονότερες
αναταράξεις τους
επόμενους μήνες, προτού
εμφανιστούν ενδεχομένως
συνθήκες υπερπροσφοράς
μέσα στο 2027.
Η
προειδοποίηση αποκτά
ιδιαίτερη σημασία για
την Ευρώπη, όπου η
εξάρτηση από τις
εισαγωγές καυσίμων και η
περιορισμένη
διαθεσιμότητα ντίζελ
ενδέχεται να διατηρήσουν
υψηλό το κόστος
μεταφορών και παραγωγής
για μεγάλο χρονικό
διάστημα.
|