|
Ειδικότερα, τα στοιχεία
για τον δείκτη
προσωπικών καταναλωτικών
δαπανών (PCE), που
αποτελεί βασικό μέτρο
πληθωρισμού για την
Ομοσπονδιακή Τράπεζα των
ΗΠΑ (Fed), εξακολουθούν
να δείχνουν σημαντική
απόκλιση από τον στόχο
του 2%. Ο δομικός
δείκτης PCE αυξήθηκε στο
3,1% τον Σεπτέμβριο, ενώ
ο επικεφαλής της Fed,
Warsh, επανέλαβε μετά
την τελευταία συνεδρίαση
της FOMC ότι επιθυμεί να
δει τον πληθωρισμό να
επιστρέφει στο 2%.
Παράλληλα, τα στοιχεία
για τα εισοδήματα, τις
καταναλωτικές δαπάνες
και τις νέες αιτήσεις
επιδομάτων ανεργίας
κινήθηκαν κοντά στις
εκτιμήσεις,
επιβεβαιώνοντας μια
σχετικά ανθεκτική εικόνα
της αμερικανικής
οικονομίας.
Επομένως, η υποχώρηση
των αποδόσεων δεν μπορεί
εύκολα να αποδοθεί σε
κάποια ουσιαστική αλλαγή
των θεμελιωδών
οικονομικών δεδομένων.
Αντίθετα, η αγορά
ομολόγων εμφανίζεται
ιδιαίτερα ευαίσθητη στις
μεταβολές του
επενδυτικού κλίματος,
κυρίως σε ό,τι αφορά τις
υψηλές αποτιμήσεις των
εταιρειών τεχνητής
νοημοσύνης και τις
πρόσφατες αναταράξεις
στις μετοχές.
Η
ING σημειώνει ότι δεν
υπήρξε κάποιο ιδιαίτερα
ανησυχητικό γεγονός που
να δικαιολογεί από μόνο
του τη μεταβολή. Ωστόσο,
η γενικότερη διάθεση των
επενδυτών έχει αρχίσει
να επιδεινώνεται,
οδηγώντας μέρος των
κεφαλαίων προς την αγορά
ομολόγων.
Ενδεικτική ήταν και η
πρόσφατη δημοπρασία των
αμερικανικών 7ετών
ομολόγων, η οποία
ολοκληρώθηκε ομαλά,
χωρίς αρνητική απόκλιση
στην απόδοση και με
ικανοποιητική ζήτηση από
τους επενδυτές.
Η
ING επισημαίνει ότι η
μεγαλύτερη μεταβολή
καταγράφηκε στις
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
και όχι τόσο στις
βραχυπρόθεσμες, ενώ
σημειώθηκαν και
σημαντικές αγορές
ομολόγων. Παρότι η
κίνηση αυτή έρχεται σε
αντίθεση με την εκτίμηση
της τράπεζας για
σταδιακή επιστροφή των
αποδόσεων σε υψηλότερα
επίπεδα, δεν θεωρείται
ακόμη αρκετή ώστε να
αλλάξει η βασική της
πρόβλεψη.
Η
ΕΚΤ πλησιάζει σε νέα
αύξηση επιτοκίων
Στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)
απέφυγε την Πέμπτη να
προχωρήσει σε νέα αύξηση
επιτοκίων, παρά το
γεγονός ότι το
ενδεχόμενο αυτό βρέθηκε
στο επίκεντρο των
συζητήσεων.
Σύμφωνα με την ING,
καθοριστικό ρόλο στην
απόφαση έπαιξε η ήδη
σημαντική αυστηροποίηση
των χρηματοπιστωτικών
συνθηκών, καθώς η άνοδος
των αποδόσεων στην αγορά
ομολόγων έχει ουσιαστικά
αρχίσει να επιτελεί
μέρος του έργου που
διαφορετικά θα έπρεπε να
κάνει η ίδια η ΕΚΤ μέσω
των επιτοκίων.
Ωστόσο, το μήνυμα της
προέδρου της ΕΚΤ,
Christine Lagarde, ήταν
αρκετά σαφές ως προς την
κατεύθυνση της επόμενης
κίνησης. Η ING εκτιμά
ότι, εφόσον δεν υπάρξουν
θετικές εξελίξεις στη
Μέση Ανατολή ή κάποια
νέα σοβαρή αναταραχή
στην αγορά γαλλικών
ομολόγων, μια αύξηση
επιτοκίων τον Δεκέμβριο
θεωρείται πλέον σχεδόν
δεδομένη.
Οι
αγορές φαίνεται να έχουν
ήδη προεξοφλήσει σε
μεγάλο βαθμό αυτό το
ενδεχόμενο, καθώς
ενσωματώνουν στις τιμές
τους πρόσθετη
νομισματική σύσφιξη άνω
των 20 μονάδων βάσης.
Παρά ταύτα, η συνολική
αποτίμηση της
συνεδρίασης της Πέμπτης
από τις αγορές ήταν
κάπως λιγότερο επιθετική
από ό,τι θα περίμενε
κανείς. Σε αυτό συνέβαλε
και δημοσίευμα του
Reuters, σύμφωνα με το
οποίο στελέχη της ΕΚΤ
εκτιμούν ότι η άνοδος
των αποδόσεων των
ομολόγων θα μπορούσε να
περιορίσει σωρευτικά την
οικονομική ανάπτυξη κατά
1 ποσοστιαία μονάδα και
τον πληθωρισμό κατά 0,9
ποσοστιαίες μονάδες την
περίοδο 2027-2028, σε
σύγκριση με τις
προβλέψεις του
Σεπτεμβρίου.
Η
εκτίμηση αυτή ενισχύει
το σενάριο ότι μια νέα
αύξηση επιτοκίων τον
Δεκέμβριο ενδέχεται να
είναι και η τελευταία
στον τρέχοντα κύκλο
σύσφιξης της
νομισματικής πολιτικής
από την ΕΚΤ.
Αυτό αποτελεί και το
βασικό σενάριο της ING,
ωστόσο η τράπεζα θεωρεί
ότι χρειάζονται ακόμη
περισσότερα στοιχεία
προκειμένου οι αγορές να
υιοθετήσουν με
μεγαλύτερη βεβαιότητα
αυτή την εκτίμηση.
Η
αποκλιμάκωση των τιμών
της ενέργειας και η
απουσία ενδείξεων για
δευτερογενείς
πληθωριστικές επιπτώσεις
θα μπορούσαν να
βοηθήσουν προς αυτή την
κατεύθυνση. Ωστόσο,
ειδικά όσον αφορά τις
δευτερογενείς
επιπτώσεις, θα
χρειαστούν αρκετοί μήνες
παρακολούθησης των
οικονομικών στοιχείων
ώστε να διαμορφωθεί μια
πιο ασφαλής εικόνα.
Προς το παρόν, οι αγορές
εξακολουθούν να θεωρούν
ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι
για τον πληθωρισμό, τους
οποίους έχει επισημάνει
η Christine Lagarde,
διατηρούν την ΕΚΤ σε
αυστηρή νομισματική
γραμμή.
Οι
προσδοκίες για περαιτέρω
αυξήσεις επιτοκίων μέσα
στους επόμενους 12 μήνες
έχουν υποχωρήσει περίπου
στις 65 μονάδες βάσης. Η
μείωση αυτή, ωστόσο, δεν
αντανακλά τόσο μια
ουσιαστική αλλαγή στις
πληθωριστικές
προοπτικές, όσο την
αυξημένη
επιφυλακτικότητα των
επενδυτών λόγω των
εξελίξεων στη Γαλλία και
των νέων ανησυχιών γύρω
από τις αποτιμήσεις των
εταιρειών τεχνητής
νοημοσύνης.
Η
ING καταλήγει ότι η
μέχρι στιγμής διεύρυνση
των αποδόσεων και των
διαφορών μεταξύ των
ομολόγων δεν αρκεί για
να αναγκάσει την ΕΚΤ να
αλλάξει ουσιαστικά
πορεία. Κατά συνέπεια, η
αγορά παραμένει
εκτεθειμένη στον κίνδυνο
νέας ανόδου των
αποδόσεων, εφόσον οι
πληθωριστικές πιέσεις
αποδειχθούν πιο επίμονες
από ό,τι σήμερα
προεξοφλείται.
Πηγή: ING Think
|