|
Την ίδια στιγμή, η
μεσαία τάξη
αντιμετωπίζει εντελώς
διαφορετικές συνθήκες.
Το αυξημένο κόστος ζωής
και η υποτονική αύξηση
των πραγματικών
εισοδημάτων επιβαρύνουν
την καταναλωτική της
συμπεριφορά. Σύμφωνα με
την ING,
το πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα των νοικοκυριών
έχει υποχωρήσει για
τρεις συνεχόμενους
μήνες, γεγονός που
αποτυπώνει τις
συνεχιζόμενες πιέσεις
στην καθημερινή
οικονομική κατάσταση.
Η ανισοκατανομή
ενισχύεται και στο
επίπεδο του πλούτου.
Όπως προκύπτει από
στοιχεία της
Federal
Reserve,
το χαμηλότερο 60% των
νοικοκυριών κατέχει
μόλις το 15% του
συνολικού πλούτου στις
ΗΠΑ, ενώ το ανώτερο
τμήμα του πληθυσμού
ελέγχει περίπου το 70%.
Η άνοδος των
χρηματιστηριακών αγορών
και των τιμών των
ακινήτων λειτουργεί έτσι
ενισχυτικά κυρίως για τα
υψηλότερα εισοδηματικά
στρώματα, τα οποία
συνεχίζουν να στηρίζουν
σε μεγάλο βαθμό την
κατανάλωση.
Παράλληλα, η έρευνα
καταγράφει επιδείνωση
των προσδοκιών για την
αγορά εργασίας, καθώς
καθαρό ποσοστό 54% των
ερωτηθέντων αναμένει
αύξηση της ανεργίας μέσα
στους επόμενους 12
μήνες, επίπεδο που
παραπέμπει σε περιόδους
αυξημένης οικονομικής
αβεβαιότητας.
Στον αντίποδα,
εντοπίζεται και μια
θετική εξέλιξη για τη
νομισματική πολιτική. Οι
πληθωριστικές προσδοκίες
αποκλιμακώνονται, με τις
βραχυπρόθεσμες
προβλέψεις να υποχωρούν
στο 4,6% από 4,8% και
τις μακροπρόθεσμες να
μειώνονται στο 3,4% από
3,9%. Σε συνδυασμό με τη
σταθεροποίηση των τιμών
ενέργειας, η ING
εκτιμά ότι η
Federal
Reserve
δεν θα χρειαστεί να
προχωρήσει σε νέα αύξηση
επιτοκίων στον τρέχοντα
κύκλο.
Συνολικά, η εικόνα που
περιγράφει η τράπεζα
είναι αυτή μιας «K-shaped»
οικονομίας: ένα τμήμα
των νοικοκυριών
ευνοείται από την άνοδο
των περιουσιακών
στοιχείων και συνεχίζει
να καταναλώνει δυναμικά,
ενώ ένα σημαντικό μέρος
του πληθυσμού παραμένει
υπό πίεση, με
περιορισμένο εισόδημα
και αυξημένη αβεβαιότητα
για το μέλλον.

|