|
Η εξέλιξη είναι
αποτέλεσμα δύο
παραγόντων: της μεγάλης
ανόδου των αμερικανικών
μετοχών μέσα στο 2026
και της σημαντικής
αύξησης των πραγματικών
αποδόσεων των ομολόγων.
Με απλά λόγια,
οι επενδυτές πληρώνονται
πλέον πολύ λιγότερο για
να αναλάβουν τον κίνδυνο
των μετοχών,
την ώρα που οι αποδόσεις
των ασφαλέστερων
κρατικών ομολόγων έχουν
αυξηθεί.
Οι
μετοχές γίνονται πιο
ευάλωτες στα ομόλογα
Η JPMorgan
εκτιμά ότι η εξέλιξη
αυτή αλλάζει τη
συμπεριφορά της αγοράς.
Όσο μικραίνει το
ασφάλιστρο κινδύνου,
τόσο περισσότερο οι
αποτιμήσεις των μετοχών
εξαρτώνται από την
πορεία των αποδόσεων των
ομολόγων. Επομένως, μια
νέα άνοδος των
πραγματικών επιτοκίων
μπορεί πλέον να
προκαλέσει πολύ
μεγαλύτερη πίεση στις
μετοχές από ό,τι τα
προηγούμενα χρόνια.
Η JPMorgan
παραπέμπει σε μια
ιστορική περίοδο κατά
την οποία τα χαμηλά
risk
premia
είχαν ως αποτέλεσμα τις
έντονες διακυμάνσεις των
μετοχών σε συνάρτηση με
τις αποδόσεις των
ομολόγων.
Το μήνυμα είναι σαφές:
η
Wall
Street
μπορεί να έχει εισέλθει
σε μια περίοδο όπου τα
ομόλογα θα καθορίζουν
περισσότερο την πορεία
των μετοχών.
Τα
ομόλογα γίνονται ξανά
ανταγωνιστικά
Η δεύτερη σημαντική
συνέπεια αφορά τη
μακροπρόθεσμη κατανομή
κεφαλαίων.
Με τις αποδόσεις των
ομολόγων να έχουν
αυξηθεί και το
ασφάλιστρο κινδύνου των
μετοχών να έχει
περιοριστεί τόσο πολύ, η
JPMorgan
θεωρεί ότι ενισχύεται η
επενδυτική
επιχειρηματολογία υπέρ
των ομολόγων.
Τα στοιχεία της τράπεζας
δείχνουν ότι οι μη
τραπεζικοί επενδυτές,
αλλά και τα
συνταξιοδοτικά ταμεία
και οι ασφαλιστικές
εταιρείες των τεσσάρων
μεγαλύτερων οικονομιών,
έχουν σήμερα τη
μεγαλύτερη
overweight
θέση στις μετοχές έναντι
των ομολόγων από το
2002.
Αυτό δημιουργεί έναν
πρόσθετο κίνδυνο: εάν οι
πραγματικές αποδόσεις
συνεχίσουν να
ανεβαίνουν, μπορεί να
αρχίσει μια διαδικασία
ανακατανομής
κεφαλαίων από τις
μετοχές προς τα ομόλογα.
Δεν χρειάζεται, δηλαδή,
να υπάρξει κατάρρευση
των κερδών των
επιχειρήσεων για να
πιεστεί η αγορά. Αρκεί η
σχέση κινδύνου-απόδοσης
να γίνει ακόμη πιο
ελκυστική για τα
ομόλογα.
Τέλος η κλασική «ασπίδα»
των ομολόγων;
Η τρίτη συνέπεια είναι
ίσως η πιο σημαντική για
τα χαρτοφυλάκια.
Από το 2022, μετά το
πληθωριστικό σοκ, οι
μετοχές και τα ομόλογα
έχουν παρουσιάσει
μεγαλύτερη θετική
συσχέτιση. Αυτό σημαίνει
ότι όταν οι μετοχές
υποχωρούν λόγω
πληθωρισμού ή ανόδου των
επιτοκίων, τα ομόλογα
δεν λειτουργούν πλέον
απαραίτητα ως
αντιστάθμιση.
Η JPMorgan
εκτιμά ότι η τάση αυτή
μπορεί να συνεχιστεί,
δημιουργώντας ένα
διαρκές πρόβλημα για τις
στρατηγικές
risk
parity,
οι οποίες βασίζονται
στην υπόθεση ότι τα
ομόλογα μπορούν να
περιορίσουν τις απώλειες
των μετοχών.
Σε ένα περιβάλλον όπου
οι δύο κατηγορίες
ενεργητικού κινούνται
προς την ίδια
κατεύθυνση, η προστασία
του χαρτοφυλακίου μέσω
ομολόγων γίνεται
λιγότερο αποτελεσματική.
Αυτό μπορεί να ενισχύσει
τη ζήτηση για
άμεσες αντισταθμίσεις
στις μετοχές,
όπως τα put
options,
καθώς οι επενδυτές
αναζητούν διαφορετικούς
τρόπους προστασίας από
μια απότομη διόρθωση.
Το
βασικό μήνυμα της
JPMorgan
Η ανάλυση της
JPMorgan
δεν αποτελεί από μόνη
της πρόβλεψη για άμεση
πτώση του S&P
500. Αποτελεί όμως σαφή
προειδοποίηση ότι
το περιθώριο
αποτίμησης των
αμερικανικών μετοχών
έχει περιοριστεί
σημαντικά.
Όταν το ασφάλιστρο
κινδύνου βρίσκεται σε
επίπεδα που δεν έχουν
παρατηρηθεί από το 2002
και οι πραγματικές
αποδόσεις των ομολόγων
παραμένουν υψηλές, η
αγορά γίνεται
περισσότερο ευάλωτη σε
κάθε νέα άνοδο των
επιτοκίων.
Και αυτό αλλάζει την
εξίσωση για τους
επενδυτές: δεν
αρκεί πλέον να εξετάζουν
μόνο τα κέρδη των
εταιρειών και την πορεία
της οικονομίας. Πρέπει
να παρακολουθούν στενά
και το κόστος του
χρήματος.
Με τις αποδόσεις των
ομολόγων να αποτελούν
πλέον έναν πολύ πιο
ισχυρό ανταγωνιστή για
τις μετοχές, η επόμενη
μεγάλη κίνηση της
Wall
Street
μπορεί να καθοριστεί όχι
από τα εταιρικά
αποτελέσματα, αλλά από
το εάν τα πραγματικά
επιτόκια θα συνεχίσουν
να ανεβαίνουν ή θα
αρχίσουν να υποχωρούν.
|