|
Τα
καθαρά έσοδα από τόκους
επιστρέφουν σε ανάπτυξη
Μετά την υποχώρηση που
καταγράφηκε το 2025, τα
καθαρά έσοδα από τόκους
επέστρεψαν σε θετική
τροχιά.
Για τις τέσσερις
συστημικές τράπεζες
αυξήθηκαν κατά
4,6% σε ετήσια
βάση, φθάνοντας περίπου
τα 4,3 δισ. ευρώ.
Η ανάκαμψη αποδίδεται
κυρίως στην πιστωτική
επέκταση, στα υψηλότερα
έσοδα από τα
χαρτοφυλάκια ομολόγων
και στις μεταβολές των
επιτοκίων πολιτικής.
Το στοιχείο αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία.
Για αρκετά χρόνια, το
βασικό ερώτημα για τις
ελληνικές τράπεζες ήταν
εάν θα μπορούσαν να
διατηρήσουν την
κερδοφορία τους όταν θα
άρχιζε η αποκλιμάκωση
των επιτοκίων.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι
η απάντηση είναι θετική.
Η αύξηση των δανείων και
η διεύρυνση των εσόδων
από προμήθειες
λειτουργούν πλέον ως
αντίβαρο στην πίεση που
ασκείται στα επιτοκιακά
περιθώρια.
Οι
προμήθειες είναι το νέο
μεγάλο όπλο
Ακόμη πιο εντυπωσιακή
είναι η εξέλιξη των
καθαρών εσόδων από
προμήθειες.
Στο πρώτο εξάμηνο
αυξήθηκαν περίπου
25%,
στα 1,45 δισ.
ευρώ.
Πλέον αντιπροσωπεύουν
περίπου 23% των
συνολικών εσόδων,
έναντι 20% έναν χρόνο
νωρίτερα.
|
Βασικός
δείκτης
|
Α’
εξάμηνο 2026
|
Μεταβολή
|
|
Καθαρά έσοδα από
τόκους
|
€4,3 δισ.
|
+4,6%
|
|
Καθαρά έσοδα από
προμήθειες
|
€1,45 δισ.
|
+25%
|
|
Συμμετοχή
προμηθειών στα
έσοδα
|
23%
|
από 20%
|
|
Cost-to-income
|
36%
|
έναντι ~55%
Ευρώπης
|
|
Μέσο NPE ratio
|
2,7%
|
από 2,6%
|
|
Κόστος κινδύνου
|
44 μ.β.
|
χαμηλότερο
|
|
CET1
|
15%
|
από 15,5%
|
|
LCR
|
201%
|
έναντι 154%
Ευρώπης
|
|
Αύξηση
καταθέσεων
|
+9%
|
—
|
Η εξέλιξη αυτή είναι
ίσως ένα από τα
σημαντικότερα στοιχεία
της έκθεσης.
Οι τράπεζες αυξάνουν τα
έσοδά τους από τη
διαχείριση κεφαλαίων, το
bancassurance,
τις πληρωμές, τις κάρτες
και τις επενδυτικές
υπηρεσίες.
Με άλλα λόγια,
δημιουργείται ένα
πιο
διαφοροποιημένο μοντέλο
εσόδων.
Αυτό μειώνει σταδιακά
την εξάρτηση από τον
καθαρό τόκο και επομένως
από την πορεία των
επιτοκίων της ΕΚΤ.
Το μεγάλο πλεονέκτημα:
Cost-to-income
μόλις 36%
Ένα ακόμη σημείο που
ξεχωρίζει είναι η
λειτουργική
αποτελεσματικότητα.
Ο μέσος δείκτης
κόστους προς έσοδα
διαμορφώνεται στο 36%,
έναντι περίπου
55% για τις μεγάλες
ευρωπαϊκές τράπεζες.
Η διαφορά είναι
τεράστια.
Σημαίνει ότι οι
ελληνικές τράπεζες
χρειάζονται πολύ
μικρότερο μέρος των
εσόδων τους για να
καλύψουν τα λειτουργικά
τους έξοδα.
Η βελτίωση αυτή είναι
αποτέλεσμα της μεγάλης
αναδιάρθρωσης του κλάδου
τα προηγούμενα χρόνια:
συρρίκνωση δικτύων,
εθελούσιες έξοδοι,
ψηφιοποίηση και
περιορισμός του
λειτουργικού κόστους.
Αυτό δημιουργεί ένα
σημαντικό
operating
leverage.
Εάν τα έσοδα συνεχίσουν
να αυξάνονται, σημαντικό
μέρος της πρόσθετης
αύξησης μπορεί να
μετατρέπεται σε κέρδη
χωρίς αντίστοιχη αύξηση
του κόστους.
Τα κόκκινα δάνεια δεν
αποτελούν πλέον το
μεγάλο πρόβλημα
Η εικόνα των δανειακών
χαρτοφυλακίων παραμένει
επίσης ιδιαίτερα ισχυρή.
Ο μέσος δείκτης μη
εξυπηρετούμενων
ανοιγμάτων διαμορφώθηκε
στο 2,7%,
από 2,6% στο τέλος του
2025.
Η διαφορά από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο, που
βρίσκεται περίπου στο
2,2%,
είναι πλέον
περιορισμένη.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η
μεγαλύτερη αλλαγή σε
σχέση με την προηγούμενη
δεκαετία.
Οι ελληνικές τράπεζες
δεν είναι πλέον οι
«προβληματικές τράπεζες»
της Ευρώπης λόγω των
NPEs.
Το κόστος πιστωτικού
κινδύνου έχει υποχωρήσει
στις 44 μονάδες
βάσης, ενώ οι
προβλέψεις για
πιστωτικές ζημιές
μειώθηκαν περίπου κατά
24%.
Η Moody’s
θεωρεί ότι υπάρχει ακόμη
περιθώριο περαιτέρω
μείωσης των κόκκινων
δανείων, αν και η
αποκλιμάκωση αναμένεται
πλέον πιο αργή.
Ενδεχόμενες νέες εισροές
από παλαιότερα
στεγαστικά δάνεια δεν
αλλάζουν ουσιαστικά τη
συνολική εικόνα.
Παράλληλα, ο οίκος δεν
αναμένει σημαντική
επιβάρυνση της ποιότητας
ενεργητικού από τα
δάνεια σε ελβετικό
φράγκο ή από τις
εξελίξεις σχετικά με τα
στεγαστικά δάνεια του
νόμου Κατσέλη.
Κεφάλαια: μικρή
υποχώρηση, αλλά μεγάλη
απόσταση από τα ελάχιστα
όρια
Ο μέσος δείκτης
CET1
υποχώρησε στο
15%, από 15,5%
στο τέλος του 2025.
Η πτώση δεν αποτελεί
απαραίτητα αρνητική
εξέλιξη.
Αντανακλά σε σημαντικό
βαθμό την αύξηση των
χορηγήσεων, τις εξαγορές
και τις υψηλότερες
διανομές προς τους
μετόχους.
Το σημαντικό είναι ότι
οι κεφαλαιακοί δείκτες
παραμένουν σημαντικά
υψηλότερα από τις
εποπτικές απαιτήσεις.
Παράλληλα, βελτιώνεται η
ποιότητα των κεφαλαίων.
Οι αναβαλλόμενες
φορολογικές πιστώσεις
έχουν περιοριστεί στα
9,7 δισ. ευρώ,
αντιπροσωπεύοντας πλέον
περίπου 38% του
CET1,
από 69% το 2022.
Η τάση αναμένεται να
συνεχιστεί, καθώς οι
πρόσφατες νομοθετικές
αλλαγές επιταχύνουν την
απόσβεσή τους.
Ρευστότητα που ξεχωρίζει
στην Ευρώπη
Ακόμη πιο εντυπωσιακή
είναι η εικόνα της
ρευστότητας.
Ο μέσος δείκτης κάλυψης
ρευστότητας βρίσκεται
στο 201%,
έναντι περίπου
154% για τις
μεγάλες ευρωπαϊκές
τράπεζες.
Παράλληλα, οι καταθέσεις
αυξήθηκαν κατά
9% και
καλύπτουν περίπου το
74% της
συνολικής χρηματοδότησης
των τεσσάρων τραπεζών.
Άρα, ο ελληνικός
τραπεζικός κλάδος
διαθέτει πλέον έναν
συνδυασμό που πριν από
λίγα χρόνια φαινόταν
δύσκολο να επιτευχθεί:
υψηλή κερδοφορία +
ισχυρή ρευστότητα +
χαμηλό πιστωτικό κόστος
+ υψηλή κεφαλαιακή
επάρκεια + ισχυρή
πιστωτική επέκταση.
Το πραγματικό
story
για το 2026-2027
Η έκθεση της
Moody’s
έχει μεγαλύτερη σημασία
εάν ιδωθεί πέρα από τα
απόλυτα μεγέθη.
Το ελληνικό τραπεζικό
story
μετατοπίζεται.
Δεν είναι πλέον κυρίως
ένα story
εξυγίανσης ισολογισμών
και μείωσης των κόκκινων
δανείων.
Είναι πλέον ένα
story
ανάπτυξης.
Η πιστωτική επέκταση
δημιουργεί νέα έσοδα από
τόκους, οι προμήθειες
αυξάνονται με πολύ
υψηλότερους ρυθμούς, ενώ
το χαμηλό cost-to-income
επιτρέπει μεγάλο μέρος
των πρόσθετων εσόδων να
περνά στην τελική
γραμμή.
Την ίδια στιγμή, το
κόστος κινδύνου έχει
υποχωρήσει σε επίπεδα
που δεν επιβαρύνουν
πλέον σημαντικά την
κερδοφορία.
Αυτό δημιουργεί τις
προϋποθέσεις ώστε τα
κέρδη να παραμείνουν σε
υψηλά επίπεδα και το
2026-2027.
Η επόμενη πρόκληση είναι
διαφορετική
Το ενδιαφέρον πλέον
μεταφέρεται από το
«αν θα
εξυγιανθούν»
στο «πόσο
μπορούν να αναπτυχθούν».
Οι τέσσερις συστημικές
τράπεζες πρέπει να
αποδείξουν ότι μπορούν
να μετατρέψουν την
ισχυρή κεφαλαιακή και
ρευστοτική τους θέση σε
διατηρήσιμη πιστωτική
επέκταση.
Ταυτόχρονα, πρέπει να
συνεχίσουν να αυξάνουν
τα έσοδα από προμήθειες,
να διατηρήσουν το
λειτουργικό κόστος υπό
έλεγχο και να συνεχίσουν
τη σταδιακή απεξάρτηση
από τις αναβαλλόμενες
φορολογικές πιστώσεις.
Από χρηματιστηριακής
πλευράς, αυτή είναι και
η ουσία.
Οι ελληνικές τράπεζες
δεν αποτελούν πλέον
απλώς ένα story
ανάκαμψης από την κρίση.
Μετατρέπονται σταδιακά
σε ένα story
οργανικής ανάπτυξης,
υψηλών αποδόσεων
κεφαλαίου και
αυξανόμενων διανομών
προς τους μετόχους.
Και αυτό εξηγεί γιατί,
παρά την πολύ μεγάλη
άνοδο των τραπεζικών
μετοχών τα τελευταία
χρόνια, οι αναλυτές
εξακολουθούν να βλέπουν
περιθώριο για ένα ακόμη
κεφάλαιο στην ελληνική
τραπεζική ιστορία.
|