|
Στο επίπεδο των
επιμέρους μετοχών, δύο
ελληνικές εταιρείες
ξεχωρίζουν και
περιλαμβάνονται στις
κορυφαίες ευρωπαϊκές
επιλογές της
Morgan
Stanley:
Alpha
Bank
και ΔΕΗ,
αμφότερες με σύσταση
Overweight.
Alpha Bank: Περιθώριο
ανόδου 12% και discount
έναντι των ευρωπαϊκών
τραπεζών
Για την Alpha
Bank,
η Morgan
Stanley
διατηρεί σύσταση
Overweight
και τιμή-στόχο στα
5,50 ευρώ,
επίπεδο που υποδηλώνει
περιθώριο ανόδου περίπου
12%.
Το βασικό πλεονέκτημα
της τράπεζας, σύμφωνα με
τον οίκο, είναι το
ευνοϊκό μακροοικονομικό
περιβάλλον στην Ελλάδα.
Η ισχυρή οικονομική
δραστηριότητα δημιουργεί
τις προϋποθέσεις για
συνεχιζόμενη αύξηση των
καταθέσεων και των
χορηγήσεων, γεγονός που
μπορεί να στηρίξει την
κερδοφορία τα επόμενα
χρόνια.
Ιδιαίτερη σημασία
αποδίδεται και στην
επικείμενη Ημέρα
Επενδυτών στις 5
Νοεμβρίου 2026.
Η Morgan
Stanley
βλέπει περιθώριο για
θετικές αναθεωρήσεις
περίπου 4%-5%
στις εκτιμήσεις για τα
κέρδη ανά μετοχή,
κυρίως λόγω της
ενίσχυσης των εσόδων από
προμήθειες, των
πρόσφατων εξαγορών,
μεταξύ άλλων της
Alpha
Trust
και της Universal/Altius,
αλλά και πιθανών θετικών
εξελίξεων στις
αναβαλλόμενες
φορολογικές απαιτήσεις.
Το σημαντικότερο ίσως
επιχείρημα αφορά την
αποτίμηση.
Με βάση τις εκτιμήσεις
για το 2028, η
Alpha
Bank
διαπραγματεύεται περίπου
στις 7,6 φορές
τα εκτιμώμενα κέρδη,
έναντι αισθητά
υψηλότερων αποτιμήσεων
στον ευρωπαϊκό τραπεζικό
κλάδο.
Η Morgan
Stanley
υπολογίζει το σχετικό
discount
περίπου στο 17%
και θεωρεί ότι αυτό δεν
αποτυπώνει πλήρως τις
προοπτικές της ελληνικής
οικονομίας και τη
δυναμική βελτίωσης της
κερδοφορίας της
τράπεζας.
Σε μακροπρόθεσμο
ορίζοντα, θετικά
αξιολογείται και η
στρατηγική συνεργασία με
τη
UniCredit,
αν και ο οίκος δεν
αναμένει σημαντικές
άμεσες εξελίξεις. Η
ιταλική τράπεζα
εξακολουθεί να δίνει
προτεραιότητα στις
αγορές της Γερμανίας και
της Ιταλίας.
ΔΕΗ: Από το ελληνικό
turnaround σε
περιφερειακό όμιλο
ενέργειας
Ακόμη μεγαλύτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει η
περίπτωση της ΔΕΗ.
Η Morgan
Stanley
δεν αντιμετωπίζει πλέον
τη ΔΕΗ απλώς ως μια
επιτυχημένη ελληνική
ιστορία μετασχηματισμού,
αλλά ως
περιφερειακή πλατφόρμα
ανάπτυξης με
παρουσία σε πολλές
αγορές.
Η σύσταση παραμένει
Overweight,
ενώ η τιμή-στόχος
διαμορφώνεται στα
27,50 ευρώ,
επίσης με περιθώριο
ανόδου περίπου
12%.
Κεντρικό στοιχείο της
επενδυτικής υπόθεσης
είναι η πρόβλεψη για
μέση ετήσια αύξηση των
κερδών ανά μετοχή κατά
περίπου 18% την
περίοδο 2025-2030.
Η ανάπτυξη αναμένεται να
στηριχθεί σε πολλαπλούς
πυλώνες:
Ανανεώσιμες Πηγές
Ενέργειας
ευέλικτη παραγωγή
ρυθμιζόμενα δίκτυα
επέκταση στην Κεντρική
και Νοτιοανατολική
Ευρώπη
επενδύσεις σε υποδομές
data
centers
Η κάθετη ολοκλήρωση της
ΔΕΗ αποτελεί επιπλέον
πλεονέκτημα, καθώς
ενισχύει την ορατότητα
των κερδών και προσφέρει
μεγαλύτερη ευελιξία στη
διαχείριση της παραγωγής
και της νέας
εγκατεστημένης ισχύος.
Παρά τη διεθνή επέκταση,
η Ελλάδα παραμένει ο
βασικός πυλώνας του
επενδυτικού σχεδίου.
Η Morgan
Stanley
εκτιμά ότι περίπου
52% των
κεφαλαιουχικών δαπανών
της περιόδου 2026-2030
θα κατευθυνθεί στην
Ελλάδα, ενώ περίπου
63% του
EBITDA
του 2030
θα εξακολουθεί να
προέρχεται από την
ελληνική αγορά.
Η Ρουμανία αποτελεί τη
δεύτερη σημαντική αγορά,
ενώ τα χαρτοφυλάκια που
έχουν ήδη υπογραφεί σε
Πολωνία και
Ουγγαρία
φθάνουν συνολικά περίπου
τα 2,5
GW,
έναντι αρχικού στόχου
2,2 GW
για το 2030.
Μάλιστα, η Morgan
Stanley
έχει αυξήσει σημαντικά
την εκτίμησή της για την
υλοποίηση αυτών των
έργων. Πλέον προβλέπει
ότι περίπου 70%
του σχετικού
χαρτοφυλακίου θα έχει
παραδοθεί έως το 2030,
έναντι προηγούμενης
εκτίμησης μόλις
50%.
Η αύξηση κεφαλαίου
μειώνει το χρηματοδοτικό
ρίσκο
Μετά την αύξηση
κεφαλαίου ύψους 4,3 δισ.
ευρώ, η
χρηματοδοτική εικόνα της
ΔΕΗ θεωρείται σημαντικά
ισχυρότερη.
Έτσι, η επενδυτική
συζήτηση μετατοπίζεται
από το ερώτημα της
χρηματοδότησης προς την
εκτέλεση του
επενδυτικού προγράμματος,
τις αποδόσεις των νέων
έργων και την ικανότητα
της διοίκησης να
μετατρέψει το μεγάλο
επενδυτικό χαρτοφυλάκιο
σε πραγματική αύξηση
κερδών.
Το μεγάλο στοίχημα των
data
centers
και της τεχνητής
νοημοσύνης
Ένα από τα πιο
ενδιαφέροντα στοιχεία
της ανάλυσης της
Morgan
Stanley
είναι η δυνητική έκθεση
της ΔΕΗ στην ανάπτυξη
των data
centers
και, κατ’ επέκταση, στην
εκρηκτική ζήτηση
ηλεκτρικής ενέργειας που
δημιουργεί η τεχνητή
νοημοσύνη.
Στην Κοζάνη,
η ΔΕΗ σχεδιάζει την
αξιοποίηση πρώην
λιγνιτικής έκτασης για
τη δημιουργία ενός
μεγάλου συγκροτήματος
data
centers.
Το project
διαθέτει σημαντικά
πλεονεκτήματα, όπως
διαθέσιμη γη, σύνδεση με
δίκτυο υψηλής τάσης,
ενεργειακές υποδομές και
πρόσβαση σε δίκτυα
οπτικών ινών.
Το επιχειρηματικό
μοντέλο προβλέπει ότι η
ΔΕΗ θα διατηρεί την
ιδιοκτησία της μη
πληροφοριακής υποδομής
και θα δημιουργεί έσοδα
από μακροχρόνιες
μισθώσεις, πωλήσεις
ηλεκτρικής ενέργειας και
υπηρεσίες οπτικών ινών.
Ο μεγάλος πάροχος
υποδομών υπολογιστικής
ισχύος θα έχει την
ιδιοκτησία και
λειτουργία του
πληροφοριακού
εξοπλισμού.
Η πρώτη φάση προβλέπει
ισχύ 300
MW
έως το τέλος του 2028,
με εκτιμώμενες
επενδύσεις περίπου
1,2 δισ. ευρώ
και ετήσιο ρυθμό
EBITDA
περίπου 170
εκατ. ευρώ,
χωρίς να υπολογίζονται
τα περιθώρια από τις
συμβάσεις προμήθειας
ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο πιο αισιόδοξο
σενάριο της
Morgan
Stanley,
η εγκατάσταση θα
μπορούσε να επεκταθεί
έως και στο 1
GW
μέχρι το 2030.
Ωστόσο, ο οίκος
επισημαίνει ότι η
τεχνητή νοημοσύνη και τα
data
centers
αποτελούν ένα σημαντικό
πρόσθετο
περιθώριο ανόδου
για τη ΔΕΗ και όχι τον
βασικό πυρήνα της
επενδυτικής υπόθεσης.
Η αποτίμηση της ΔΕΗ
Με βάση τις εκτιμήσεις
της Morgan
Stanley,
η ΔΕΗ διαπραγματεύεται
περίπου στις 8,3
φορές
EV/EBITDA
για το 2027
και στις 15,1
φορές τα κέρδη του 2027.
Η αποτίμηση βρίσκεται
ανάμεσα σε δύο
διαφορετικές ομάδες
αναφοράς.
Οι ευρωπαϊκές εταιρείες
κοινής ωφέλειας
διαπραγματεύονται κατά
μέσο όρο στις
8,8 φορές
EV/EBITDA
για το 2027,
γεγονός που σημαίνει ότι
η ΔΕΗ εμφανίζει
discount
περίπου 10%.
Αντίθετα, έναντι των
εταιρειών κοινής
ωφέλειας της Κεντρικής
και Ανατολικής Ευρώπης,
όπου ο αντίστοιχος
πολλαπλασιαστής
διαμορφώνεται στις
6,8 φορές,
η ΔΕΗ εμφανίζει
premium
περίπου 17%.
Η Morgan
Stanley
θεωρεί το premium
έναντι των εταιρειών της
Κεντρικής και Ανατολικής
Ευρώπης δικαιολογημένο,
λόγω της υψηλότερης
ανάπτυξης των κερδών,
της κάθετης ολοκλήρωσης,
της έκθεσης στα
ρυθμιζόμενα δίκτυα και
των προοπτικών των
data
centers.
Ταυτόχρονα, το
discount
έναντι των ευρωπαϊκών
εταιρειών κοινής
ωφέλειας θεωρείται
ένδειξη ότι η βελτίωση
του αναπτυξιακού προφίλ
της ΔΕΗ δεν έχει
ακόμη αποτυπωθεί πλήρως
στη χρηματιστηριακή της
αποτίμηση.
Οι τέσσερις βασικοί
καταλύτες
Η Morgan
Stanley
εντοπίζει συγκεκριμένους
παράγοντες που μπορούν
να λειτουργήσουν ως
καταλύτες για τη μετοχή:
Η υπογραφή δεσμευτικής
συμφωνίας με μεγάλο
πάροχο τεχνολογικών
υποδομών
για την πρώτη φάση των
300 MW
στην Κοζάνη έως το τέλος
του 2026.
Η μετατροπή των
χαρτοφυλακίων Πολωνίας
και Ουγγαρίας σε έργα
με αποδόσεις τουλάχιστον
9%-10% χωρίς μόχλευση.
Η επίτευξη των στόχων
της διοίκησης για το
2026.
Η συνεχιζόμενη διεύρυνση
της ρυθμιζόμενης
περιουσιακής βάσης.
Σε βραχυπρόθεσμο
ορίζοντα, πάντως, η
Morgan
Stanley
περιμένει σε γενικές
γραμμές ουδέτερη εικόνα
στα αποτελέσματα, εκτός
εάν υπάρξει κάποια
σημαντική στρατηγική
ανακοίνωση.
Οι κίνδυνοι για τη ΔΕΗ
Η θετική στάση της
Morgan
Stanley
δεν σημαίνει ότι
απουσιάζουν οι κίνδυνοι.
Στους βασικότερους
περιλαμβάνονται πιθανές
καθυστερήσεις στις
αδειοδοτήσεις και στις
συνδέσεις με τα δίκτυα,
ο πληθωρισμός του
κόστους, χαμηλότερες
αποδόσεις σε επιμέρους
έργα, πιο αργή μετατροπή
του επενδυτικού
χαρτοφυλακίου στην
Κεντρική και
Νοτιοανατολική Ευρώπη,
καθώς και καθυστερήσεις
στην ανάπτυξη των
data
centers.
Παράλληλα, η ταχεία
αύξηση της παραγωγής από
ΑΠΕ χωρίς ανάλογη
ενίσχυση των δικτύων και
της αποθήκευσης μπορεί
να οδηγήσει σε
περισσότερες περικοπές
παραγωγής και αυξημένες
πιέσεις στις τιμές
ηλεκτρικής ενέργειας.
Ένας ακόμη παράγοντας
που θα πρέπει να
παρακολουθηθεί είναι η
μόχλευση. Η
Morgan
Stanley
εκτιμά ότι ο λόγος
καθαρού δανεισμού προς
EBITDA
μπορεί να αυξηθεί από
περίπου 1,8
φορές το 2026 σε 3,6
φορές το 2028,
καθώς επιταχύνονται οι
επενδύσεις.
Συνολικά, το επενδυτικό
πρόγραμμα προβλέπει
συνολικό
capex
περίπου 15,4 δισ. ευρώ
την περίοδο 2026-2028.
Ελλάδα, τράπεζες και ΔΕΗ
στο επίκεντρο της νέας
επενδυτικής εικόνας
Η ανάλυση της
Morgan
Stanley
αποτυπώνει μια ευρύτερη
αλλαγή στη θέση της
Ελλάδας στις ευρωπαϊκές
αγορές.
Η μετάβαση στους δείκτες
της STOXX,
η αυξανόμενη συμμετοχή
διεθνών θεσμικών
επενδυτών και η
αναβάθμιση της
στρατηγικής για τις
ελληνικές τράπεζες
δημιουργούν ένα νέο
περιβάλλον για το
Χρηματιστήριο Αθηνών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο,
Alpha
Bank
και ΔΕΗ αποτελούν δύο
διαφορετικές αλλά
συμπληρωματικές
επενδυτικές ιστορίες:
η πρώτη ως τραπεζικό
στοίχημα πάνω στην
ισχυρή ελληνική
οικονομία και στην
ανατιμολόγηση της
αποτίμησης, και η
δεύτερη ως περιφερειακός
ενεργειακός όμιλος με
υψηλή ανάπτυξη, ΑΠΕ,
δίκτυα, διεθνή επέκταση
και ένα δυνητικά
ιδιαίτερα σημαντικό νέο
μέτωπο ανάπτυξης στα
data
centers.
|