|
Ο αλγόριθμος «κέρασμα»
και το όριο των 40 ευρώ
Κεντρικό ρόλο στην
έρευνα έχει το
πληροφοριακό σύστημα
μέσω του οποίου οι
παραγγελίες των πελατών
διαβιβάζονταν στα
καταστήματα του δικτύου.
Όπως περιγράφεται στη
δικογραφία, μετά την
ολοκλήρωση μιας
παραγγελίας, ο
εργαζόμενος μπορούσε να
επιλέξει την έκδοση
απόδειξης για πληρωμή με
μετρητά ή κάρτα, καθώς
και την ακύρωση της
παραγγελίας. Σε
ορισμένες περιπτώσεις,
ωστόσο, εμφανιζόταν μία
επιπλέον επιλογή με την
ονομασία
«κέρασμα-απόδειξη».
Οι αστυνομικές αρχές
υποστηρίζουν ότι η
συγκεκριμένη λειτουργία
επέτρεπε την ολοκλήρωση
πληρωμένων παραγγελιών
χωρίς να εκδίδεται το
αντίστοιχο φορολογικό
παραστατικό.
Η επιλογή φέρεται να
ενεργοποιούνταν βάσει
ειδικού αλγορίθμου και
να υπόκειτο σε
συγκεκριμένους
περιορισμούς, ώστε να
μην είναι διαθέσιμη σε
κάθε συναλλαγή.
Σε καταγεγραμμένη
συνομιλία, που σύμφωνα
με τη δικογραφία αφορά
πρόσωπο το οποίο
χαρακτηρίζεται ως
αρχηγικό μέλος της
φερόμενης οργάνωσης και
τον υπεύθυνο
μηχανογράφησης,
συζητούνται αλλαγές στον
τρόπο λειτουργίας του
συστήματος.
Ο προγραμματιστής
φέρεται να εξηγεί ότι η
δυνατότητα είχε
περιοριστεί σε δύο
χρήσεις τον μήνα για τον
ίδιο πελάτη
delivery,
ενώ το ανώτατο ποσό της
παραγγελίας είχε οριστεί
στα 40 ευρώ.
Κατά την αστυνομική
αξιολόγηση, οι
συγκεκριμένοι
περιορισμοί επέτρεπαν
την επιλεκτική χρήση της
λειτουργίας. Το κατά
πόσο και σε ποια έκταση
αξιοποιήθηκε από τα
καταστήματα αποτελεί
αντικείμενο περαιτέρω
ελέγχου.
«Ποιοι δεν παίζουν
μπάλα»: Η συζήτηση για
τα καταστήματα
Ενδιαφέρον παρουσιάζει
και δεύτερη τηλεφωνική
συνομιλία που
περιλαμβάνεται στη
δικογραφία, στην οποία
συζητείται η χρήση της
επιλογής «κέρασμα» από
τα καταστήματα του
δικτύου, ειδικά στις
παραγγελίες take away.
Σύμφωνα με την
απομαγνητοφώνηση, ο ένας
συνομιλητής ζητά να
εντοπιστούν τα
καταστήματα που δεν
αξιοποιούσαν τη
συγκεκριμένη δυνατότητα.
Ο δεύτερος φέρεται να
απαντά με τη φράση
«ποιοι δεν παίζουνε
μπάλα».
Στη
συνέχεια γίνεται αναφορά
στην ανάγκη να
καταρτιστεί σχετική
λίστα, ώστε να εξεταστεί
το ζήτημα.
Οι
αρχές εκτιμούν ότι ο
διάλογος ενδέχεται να
υποδηλώνει κεντρική
παρακολούθηση της χρήσης
του συστήματος και
ενδιαφέρον για την
εφαρμογή της
συγκεκριμένης πρακτικής
σε περισσότερα
καταστήματα.
Ωστόσο, η συνομιλία δεν
αρκεί από μόνη της για
να αποδείξει ότι όλα τα
καταστήματα
χρησιμοποιούσαν με τον
ίδιο τρόπο τη λειτουργία
ή ότι κάθε καταχώριση ως
«κέρασμα» αφορούσε
συναλλαγή χωρίς
απόδειξη.
Οι
αναφορές σε πληροφορίες
από την ΑΑΔΕ
Ένα
ακόμη σκέλος της έρευνας
αφορά αναφορές σε
καταγγελίες και σε
ενδεχόμενους
φορολογικούς ελέγχους.
Σε
καταγεγραμμένη
συνομιλία, πρόσωπο που η
Αστυνομία χαρακτηρίζει
ως αρχηγικό μέλος της
φερόμενης οργάνωσης
αναφέρεται σε δύο
καταγγελίες προς την
Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων
Εσόδων (ΑΑΔΕ),
υποστηρίζοντας ότι είχε
ενημερωθεί σχετικά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που έχουν
δημοσιοποιηθεί, ο ίδιος
φέρεται να αναφέρει ότι
είχε λάβει πληροφορίες
για προγραμματισμένες
επισκέψεις ελεγκτικών
υπηρεσιών σε καταστήματα
του δικτύου από τον
Σεπτέμβριο. Στη
συνομιλία γίνεται,
επίσης, αναφορά στην
ταυτότητα προσώπου που
φερόταν να είχε υποβάλει
καταγγελία.
Οι
συγκεκριμένοι διάλογοι
εγείρουν ερωτήματα για
το ενδεχόμενο διαρροής
εμπιστευτικών
πληροφοριών σχετικά με
φορολογικούς ελέγχους.
Ωστόσο, η αναφορά ενός
συνομιλητή ότι είχε
ενημερωθεί από γνωστούς
του στην ΑΑΔΕ δεν
αποδεικνύει από μόνη της
ότι υπήρξε παράνομη
διαβίβαση πληροφοριών
από υπαλλήλους της
Αρχής.
Για
την τεκμηρίωση ενός
τέτοιου ενδεχομένου
απαιτούνται πρόσθετα
στοιχεία και αυτοτελής
διερεύνηση από τις
αρμόδιες αρχές.
Η
παραγγελία των 31,40
ευρώ και η καταγγελία
του πελάτη
Στη
δικογραφία
περιλαμβάνεται και
συνομιλία για
περιστατικό με
παραγγελία στην περιοχή
του Λαγονησίου, η οποία
φέρεται να καθυστέρησε
περίπου δύο ώρες επειδή
είχε αρχικά προωθηθεί σε
διαφορετικό κατάστημα.
Ο
πελάτης, σύμφωνα με την
απομαγνητοφώνηση,
διαμαρτυρήθηκε τόσο για
την καθυστέρηση όσο και
για τη μη έκδοση
απόδειξης. Στη συζήτηση
μεταξύ στελεχών του
δικτύου γίνεται αναφορά
σε παραγγελία αξίας
31,40 ευρώ, η οποία είχε
καταχωριστεί ως
«κέρασμα», παρότι είχε
καταβληθεί το αντίστοιχο
ποσό.
Ο
καταναλωτής φέρεται να
ζήτησε την επιστροφή των
χρημάτων του,
εκφράζοντας αμφιβολίες
για τον τρόπο με τον
οποίο είχε καταγραφεί η
συναλλαγή.
Ως
πιθανή λύση συζητήθηκαν
η παροχή πίστωσης στον
πελάτη και η προσφορά
μίας δωρεάν πίτσας.
Το
περιστατικό έχει
ιδιαίτερη σημασία για
την έρευνα, καθώς
συνδέει τη χρήση της
επίμαχης λειτουργίας με
συγκεκριμένη συναλλαγή
και παράπονο καταναλωτή.
Οι ακριβείς συνθήκες,
πάντως, θα αξιολογηθούν
μαζί με τα υπόλοιπα
αποδεικτικά στοιχεία.
Πώς
φέρεται να καταγραφόταν
ο πραγματικός τζίρος
Σύμφωνα με την
αστυνομική έρευνα, οι
παραγγελίες για τις
οποίες δεν εκδιδόταν
φορολογικό παραστατικό
δεν διαγράφονταν από το
κεντρικό πληροφοριακό
σύστημα.
Αντίθετα, φέρεται να
παρέμεναν
καταχωρισμένες,
επιτρέποντας την
παρακολούθηση της
συνολικής αξίας των
συναλλαγών και τον
υπολογισμό των εσόδων
ανά κατάστημα.
Οι
αρχές εκτιμούν ότι η
συγκεκριμένη δυνατότητα
επέτρεπε την παράλληλη
παρακολούθηση των
πραγματικών παραγγελιών
και των ποσών που
δηλώνονταν στις
φορολογικές υπηρεσίες.
Με άλλα λόγια, το
κεντρικό σύστημα φέρεται
να διατηρούσε στοιχεία
για συναλλαγές που δεν
αποτυπώνονταν κατ’
ανάγκη στα φορολογικά
παραστατικά.
Στο
πλαίσιο της έρευνας
εξετάστηκαν τηλεφωνικές
επικοινωνίες,
ηλεκτρονικά αρχεία,
δεδομένα της ΑΑΔΕ και
άλλα στοιχεία από τα
καταστήματα.
Με
βάση την αστυνομική
αποτίμηση, το ποσοστό
των συναλλαγών για τις
οποίες φέρεται να μην
εκδίδονταν οι
προβλεπόμενες αποδείξεις
κυμαινόταν περίπου στο
20%. Το ποσοστό αυτό
αποτελεί εκτίμηση της
έρευνας και δεν συνιστά
οριστική φορολογική
διαπίστωση για κάθε
επιμέρους κατάστημα.
Συναντήσεις στο Μαρούσι
και μεταφορά μετρητών
Η
δικογραφία περιγράφει
επίσης έναν μηχανισμό
συγκέντρωσης χρημάτων
από καταστήματα του
δικτύου.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ.,
ποσά που οι αρχές
συνδέουν με μη δηλωμένες
συναλλαγές φέρεται να
συγκεντρώνονταν και να
μεταφέρονταν σε μετρητά
κατά τη διάρκεια
συναντήσεων στελεχών της
φερόμενης οργάνωσης.
Οι
συναντήσεις, σύμφωνα με
την αστυνομική
περιγραφή,
πραγματοποιούνταν κάθε
μήνα σε αίθουσα
εμπορικού κέντρου στο
Μαρούσι. Εκεί φέρεται να
γινόταν η παράδοση
χρημάτων, παράλληλα με
την παρουσίαση στοιχείων
για την οικονομική
πορεία των καταστημάτων.
Οι
ελεγκτικές αρχές
εξετάζουν τη διαδρομή
των χρημάτων, τον τρόπο
συγκέντρωσής τους και το
κατά πόσο συνδέονται με
συναλλαγές που δεν είχαν
δηλωθεί στις φορολογικές
υπηρεσίες. Η προέλευση
και ο νομικός
χαρακτηρισμός των ποσών
θα κριθούν στο πλαίσιο
της ποινικής και
φορολογικής διαδικασίας.
Πάνω από 150 εκατ. ευρώ
η εκτιμώμενη αποκρυβείσα
φορολογητέα ύλη
Η
οικονομική διάσταση της
υπόθεσης αποτελεί ένα
από τα σημαντικότερα
στοιχεία της έρευνας.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της
Αστυνομίας, ο φερόμενος
μηχανισμός
δραστηριοποιούνταν
τουλάχιστον από το 2016
έως το 2026. Η συνολική
φορολογητέα ύλη που
εκτιμάται ότι
αποκρύφθηκε υπερβαίνει
τα 150 εκατ. ευρώ, ενώ η
ζημία για το Δημόσιο από
τη μη απόδοση φόρου
εισοδήματος και ΦΠΑ
υπολογίζεται σε
περισσότερα από 35 εκατ.
ευρώ.
Τα
δύο ποσά αφορούν
διαφορετικά μεγέθη: τα
150 εκατ. ευρώ
αντιστοιχούν στην
εκτιμώμενη αποκρυβείσα
φορολογητέα ύλη, ενώ τα
35 εκατ. ευρώ στην
εκτιμώμενη απώλεια
φορολογικών εσόδων.
Στο
πλαίσιο της έρευνας
συντάχθηκαν 108 εκθέσεις
ελέγχου για καταστήματα
του δικτύου, οι οποίες
διαβιβάστηκαν στην ΑΑΔΕ.
Οι φορολογικές αρχές
καλούνται να προχωρήσουν
στις προβλεπόμενες
διαδικασίες για τον
προσδιορισμό των
ενδεχόμενων φορολογικών
διαφορών.
Τα
ποσά που αναφέρονται στη
δικογραφία αποτελούν
εκτιμήσεις των αρχών και
δεν έχουν ακόμη
οριστικοποιηθεί μέσω της
προβλεπόμενης
φορολογικής διαδικασίας.
Οι
23 συλλήψεις και τα 109
πρόσωπα στη δικογραφία
Η
αστυνομική επιχείρηση
πραγματοποιήθηκε σε
καταστήματα, γραφεία και
κατοικίες στην Αττική
και τη Θεσσαλονίκη.
Συνολικά συνελήφθησαν 23
άτομα, μεταξύ των οποίων
πρόσωπα που φέρονται να
είχαν κεντρικό ρόλο στη
λειτουργία του
μηχανισμού. Στη
δικογραφία
περιλαμβάνονται επιπλέον
109 ταυτοποιημένα
πρόσωπα.
Οι
κατηγορίες αφορούν, κατά
περίπτωση, αδικήματα που
σχετίζονται με
εγκληματική οργάνωση,
νομιμοποίηση εσόδων από
εγκληματικές
δραστηριότητες και
παραβάσεις της
φορολογικής νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που έχουν
δημοσιοποιηθεί, οι
απολογίες των
κατηγορουμένων έχουν
προγραμματιστεί για την
Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026.
Η
αναφορά ενός προσώπου
στη δικογραφία ή η
σύλληψή του δεν συνιστά
απόδειξη ενοχής. Η
ποινική ευθύνη κάθε
εμπλεκομένου θα κριθεί
από τη Δικαιοσύνη βάσει
των αποδεικτικών
στοιχείων.
Η
κυπριακή εταιρεία στη
μετοχική δομή
Η
αστυνομική έρευνα
εξετάζει και τη μετοχική
διάρθρωση της ελληνικής
επιχείρησης.
Σύμφωνα με τη
δικογραφία, το πρόσωπο
που χαρακτηρίζεται ως
φερόμενο αρχηγικό μέλος
κατείχε άμεσα ποσοστό
0,01% στην ελληνική
εταιρεία. Το υπόλοιπο
99,99% φέρεται να ανήκε
σε εταιρεία με έδρα τη
Λευκωσία, της οποίας
πραγματικοί δικαιούχοι,
κατά την αστυνομική
περιγραφή, ήταν το ίδιο
πρόσωπο και στενός
συνεργάτης του.
Οι
αρχές εξετάζουν τις
εταιρικές σχέσεις στο
πλαίσιο της ευρύτερης
έρευνας για τη
διαχείριση των εσόδων
και τις οικονομικές
συναλλαγές.
Η
συμμετοχή μέσω εταιρείας
με έδρα την Κύπρο δεν
συνιστά από μόνη της
ένδειξη παράνομης
δραστηριότητας. Το
ζητούμενο είναι αν οι
συγκεκριμένες εταιρικές
και οικονομικές σχέσεις
συνδέονται με τις
πράξεις που
περιγράφονται στη
δικογραφία.
Η
απάντηση της Pizza Fan
Από
την πλευρά της, η Pizza
Fan υποστηρίζει ότι οι
προωθητικές ενέργειες με
δωρεάν προϊόντα, τις
οποίες πραγματοποιούσε
επί σειρά ετών,
ενδέχεται να έχουν
προκαλέσει σύγχυση στον
υπολογισμό του κύκλου
εργασιών της εταιρείας
και των καταστημάτων του
δικτύου.
Παράλληλα, δηλώνει ότι
συνεργάζεται με τις
αρμόδιες δικαστικές και
φορολογικές αρχές για τη
διερεύνηση της υπόθεσης.
Στη
δημόσια τοποθέτησή της,
η εταιρεία αναφέρεται
επίσης στους συνεργάτες
franchise και στους
περισσότερους από 2.500
εργαζομένους του
δικτύου. Όπως
υποστηρίζει, οι ετήσιες
αποδοχές του προσωπικού
ξεπερνούν τα 36 εκατ.
ευρώ, ενώ οι
ασφαλιστικές εισφορές
υπερβαίνουν τα 9 εκατ.
ευρώ.
Η
Pizza Fan δηλώνει ακόμη
ότι επιδιώκει την πλήρη
αποκατάσταση της
λειτουργίας του δικτύου,
προκειμένου να
περιοριστούν οι
επιπτώσεις στους
εργαζομένους, στους
συνεργάτες και στους
καταναλωτές.
Οι
ισχυρισμοί της εταιρείας
θα αξιολογηθούν στο
πλαίσιο της συνολικής
διερεύνησης, μαζί με τα
στοιχεία που έχουν
συγκεντρώσει οι
αστυνομικές και
φορολογικές αρχές.
Το
κρίσιμο ζήτημα: Ποιες
παραγγελίες ήταν
πραγματικά δωρεάν;
Στην καρδιά της υπόθεσης
βρίσκεται η διάκριση
ανάμεσα στις νόμιμες
προωθητικές ενέργειες
και στις συναλλαγές που,
σύμφωνα με την
κατηγορία, ενδέχεται να
καταχωρίζονταν ως δωρεάν
προσφορές χωρίς να είναι
τέτοιες.
Η
κεντρική διαχείριση
παραγγελιών επιτρέπει σε
ένα μεγάλο δίκτυο
εστίασης να παρακολουθεί
σε πραγματικό χρόνο τις
πωλήσεις και την
οικονομική πορεία των
καταστημάτων. Η
αξιοπιστία, ωστόσο,
αυτών των δεδομένων
εξαρτάται από την ορθή
καταγραφή των συναλλαγών
και την έκδοση των
προβλεπόμενων
φορολογικών
παραστατικών.
Για
την Pizza Fan, το βασικό
ερώτημα που καλούνται να
απαντήσουν οι αρμόδιες
αρχές είναι ποιες
καταχωρίσεις ως
«κεράσματα»
αντιστοιχούσαν σε
πραγματικές δωρεάν
προσφορές και ποιες,
σύμφωνα με τις
καταγγελίες, σε
παραγγελίες που
πληρώθηκαν αλλά δεν
συνοδεύτηκαν από νόμιμη
απόδειξη.
Οι
καταγεγραμμένες
συνομιλίες αποτελούν
σημαντικό μέρος του
αποδεικτικού υλικού,
αλλά η ερμηνεία τους και
η σύνδεσή τους με
συγκεκριμένες
οικονομικές πράξεις θα
κριθούν από τη
Δικαιοσύνη και τις
φορολογικές αρχές.
Με
23 συλλήψεις, 109
επιπλέον πρόσωπα στη
δικογραφία και
εκτιμώμενη ζημία για το
Δημόσιο άνω των 35 εκατ.
ευρώ, το ενδιαφέρον
στρέφεται πλέον στις
απολογίες των
κατηγορουμένων και στην
ολοκλήρωση των
φορολογικών ελέγχων, από
τους οποίους θα
προκύψουν τα τελικά ποσά
και οι ενδεχόμενες
ευθύνες.
|