|
Παράλληλα, όταν ξέσπασε
ο πόλεμος στην Ουκρανία,
ο πληθωρισμός στην
Ευρωζώνη βρισκόταν ήδη
στο 5,9%, ενώ κατά την
έναρξη της σύγκρουσης με
το Ιράν διαμορφωνόταν
μόλις στο 1,9%. Αυτό
σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα δεν
αντιμετωπίζει την ίδια
πίεση για επιθετικές
αυξήσεις επιτοκίων, πέρα
από την αναμενόμενη
κίνηση της επόμενης
εβδομάδας, η οποία
θεωρείται περισσότερο
προληπτική παρέμβαση για
την αποτροπή διάχυσης
των ενεργειακών πιέσεων
στο σύνολο της
οικονομίας.
Ο
επικεφαλής οικονομολόγος
της Allianz Global
Investors, Κρίστιαν
Σουλτς, εκτιμά ότι η ΕΚΤ
διαθέτει πλέον
μεγαλύτερο περιθώριο να
κινηθεί με υπομονή πριν
αποφασίσει τα επόμενα
βήματά της στη
νομισματική πολιτική.
Οι
επιχειρήσεις απορροφούν
μέρος του κόστους
Από
τις 175 εταιρείες που
εξετάστηκαν, οι 105
αναφέρθηκαν στις
επιπτώσεις του
ενεργειακού κόστους κατά
τις παρουσιάσεις
οικονομικών
αποτελεσμάτων, ενώ οι 91
συνέδεσαν άμεσα τις
πιέσεις αυτές με τον
πόλεμο στο Ιράν.
Αφαιρώντας τις
επιχειρήσεις του
χρηματοπιστωτικού τομέα,
οι οποίες αντιμετωπίζουν
το ενεργειακό σοκ κυρίως
ως μακροοικονομικό
παράγοντα, η ανάλυση
περιορίστηκε σε 136
εταιρείες. Από αυτές,
μόλις 55 έχουν
προχωρήσει ή
προγραμματίζουν αυξήσεις
τιμών.
Οι
περισσότερες ανατιμήσεις
προέρχονται από
επιχειρήσεις που
επηρεάζονται άμεσα από
το αυξημένο κόστος
ενέργειας, πρώτων υλών
και βιομηχανικών
εισροών. Χαρακτηριστικά
παραδείγματα αποτελούν η
BASF στη Γερμανία και η
γαλλική Nexans.
Αντίθετα, οι εταιρείες
που δραστηριοποιούνται
στην καταναλωτική αγορά
εμφανίζονται πιο
επιφυλακτικές. Αλυσίδες
λιανικής, όπως η
Delhaize, έχουν
δεσμευθεί να περιορίσουν
τις αυξήσεις τιμών, ενώ
αυτοκινητοβιομηχανίες
όπως η Volkswagen δίνουν
έμφαση στη μείωση του
λειτουργικού κόστους
αντί στη μετακύλισή του
στους πελάτες.
Το
2022 η εικόνα ήταν
εντελώς διαφορετική,
καθώς 108 από τις 132 μη
χρηματοοικονομικές
επιχειρήσεις που
εξετάστηκαν είχαν
αυξήσει τις τιμές τους,
αξιοποιώντας την ισχυρή
ζήτηση και τη στήριξη
που προσέφεραν οι
κυβερνήσεις στις
οικονομίες τους.
Οι
εταιρείες B2B
μετακυλίουν ευκολότερα
το κόστος
Η
ανάλυση του Reuters
δείχνει ότι οι
επιχειρήσεις που
απευθύνονται σε άλλες
επιχειρήσεις έχουν
μεγαλύτερη ευχέρεια να
αυξάνουν τις τιμές τους
σε σχέση με όσες
δραστηριοποιούνται
απευθείας στη λιανική
αγορά.
Σύμφωνα με τον
επικεφαλής οικονομολόγο
της ελβετικής J. Safra
Sarasin, Κάρστεν
Γιούνιους, η
διαφοροποίηση αυτή
αντανακλά το γεγονός ότι
η οικονομική
δραστηριότητα στηρίζεται
σήμερα περισσότερο στις
επενδύσεις παρά στην
ιδιωτική κατανάλωση.
Παρόλα αυτά, οι αναλυτές
προειδοποιούν ότι οι
πληθωριστικές πιέσεις
δεν έχουν εξαλειφθεί. Οι
αυξήσεις που έχουν ήδη
ανακοινωθεί από
εταιρείες μεταφορών,
όπως η Lufthansa και η
Deutsche Post,
αναμένεται να περάσουν
σταδιακά στο συνολικό
κόστος λειτουργίας
πολλών επιχειρήσεων.
Περισσότερη αντιστάθμιση
κινδύνου μετά το σοκ του
2022
Ένα
ακόμη στοιχείο που
διαφοροποιεί τη σημερινή
κατάσταση από εκείνη του
2022 είναι η καλύτερη
προετοιμασία των
επιχειρήσεων απέναντι
στις διακυμάνσεις των
τιμών.
Οι
στρατηγικές
αντιστάθμισης κινδύνου
(hedging)
χρησιμοποιούνται πλέον
σε μεγαλύτερη κλίμακα,
περιορίζοντας την ανάγκη
για άμεσες αυξήσεις
τιμών. Παράλληλα,
περισσότερες
επιχειρήσεις έχουν
ενσωματώσει ρήτρες
αυτόματης αναπροσαρμογής
στις συμβάσεις τους,
επιτρέποντας τη σταδιακή
προσαρμογή των τιμών
όταν αυξάνονται τα κόστη
παραγωγής ή λειτουργίας.
Ως
αποτέλεσμα, το νέο
ενεργειακό σοκ φαίνεται
προς το παρόν να έχει
σαφώς ηπιότερη επίδραση
στις τιμές καταναλωτή σε
σχέση με εκείνο που
ακολούθησε την έναρξη
του πολέμου στην
Ουκρανία.
|