| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τρίτη, 02/06/2026

 

 

Παρά τις αυξημένες πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή στις τιμές της ενέργειας και του κόστους παραγωγής, μόλις το ένα τρίτο των μεγαλύτερων επιχειρήσεων της Ευρωζώνης μετακυλίει το πρόσθετο κόστος στους πελάτες της. Η αδύναμη οικονομική δραστηριότητα και η συγκρατημένη καταναλωτική ζήτηση περιορίζουν σημαντικά τη δυνατότητα των εταιρειών να αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών τους.

Σύμφωνα με έρευνα του Reuters σε 175 μεγάλες επιχειρήσεις της Ευρωζώνης, μόνο 56 εταιρείες έχουν ήδη προχωρήσει ή σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε ανατιμήσεις. Η εικόνα αυτή διαφέρει αισθητά από όσα είχαν συμβεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όταν σχεδόν τα δύο τρίτα των επιχειρήσεων είχαν μεταφέρει το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές.

Τότε, η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας συνδυάστηκε με την ισχυρή ανάκαμψη της οικονομίας μετά την πανδημία και τα γενναία δημοσιονομικά μέτρα στήριξης, οδηγώντας τον πληθωρισμό σε διψήφια ποσοστά.

Όπως δήλωσε στο Reuters ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Φινλανδίας, Όλι Ρεν, οι σημερινές συνθήκες διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες του 2022. Η αγορά εργασίας εμφανίζεται λιγότερο «σφιχτή», η οικονομική ανάπτυξη παραμένει ασθενέστερη και τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης είναι πολύ πιο περιορισμένα.

 

Παράλληλα, όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη βρισκόταν ήδη στο 5,9%, ενώ κατά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν διαμορφωνόταν μόλις στο 1,9%. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν αντιμετωπίζει την ίδια πίεση για επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων, πέρα από την αναμενόμενη κίνηση της επόμενης εβδομάδας, η οποία θεωρείται περισσότερο προληπτική παρέμβαση για την αποτροπή διάχυσης των ενεργειακών πιέσεων στο σύνολο της οικονομίας.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz Global Investors, Κρίστιαν Σουλτς, εκτιμά ότι η ΕΚΤ διαθέτει πλέον μεγαλύτερο περιθώριο να κινηθεί με υπομονή πριν αποφασίσει τα επόμενα βήματά της στη νομισματική πολιτική.

Οι επιχειρήσεις απορροφούν μέρος του κόστους

Από τις 175 εταιρείες που εξετάστηκαν, οι 105 αναφέρθηκαν στις επιπτώσεις του ενεργειακού κόστους κατά τις παρουσιάσεις οικονομικών αποτελεσμάτων, ενώ οι 91 συνέδεσαν άμεσα τις πιέσεις αυτές με τον πόλεμο στο Ιράν.

Αφαιρώντας τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, οι οποίες αντιμετωπίζουν το ενεργειακό σοκ κυρίως ως μακροοικονομικό παράγοντα, η ανάλυση περιορίστηκε σε 136 εταιρείες. Από αυτές, μόλις 55 έχουν προχωρήσει ή προγραμματίζουν αυξήσεις τιμών.

Οι περισσότερες ανατιμήσεις προέρχονται από επιχειρήσεις που επηρεάζονται άμεσα από το αυξημένο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών και βιομηχανικών εισροών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η BASF στη Γερμανία και η γαλλική Nexans.

Αντίθετα, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην καταναλωτική αγορά εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές. Αλυσίδες λιανικής, όπως η Delhaize, έχουν δεσμευθεί να περιορίσουν τις αυξήσεις τιμών, ενώ αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Volkswagen δίνουν έμφαση στη μείωση του λειτουργικού κόστους αντί στη μετακύλισή του στους πελάτες.

Το 2022 η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική, καθώς 108 από τις 132 μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις που εξετάστηκαν είχαν αυξήσει τις τιμές τους, αξιοποιώντας την ισχυρή ζήτηση και τη στήριξη που προσέφεραν οι κυβερνήσεις στις οικονομίες τους.

Οι εταιρείες B2B μετακυλίουν ευκολότερα το κόστος

Η ανάλυση του Reuters δείχνει ότι οι επιχειρήσεις που απευθύνονται σε άλλες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια να αυξάνουν τις τιμές τους σε σχέση με όσες δραστηριοποιούνται απευθείας στη λιανική αγορά.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της ελβετικής J. Safra Sarasin, Κάρστεν Γιούνιους, η διαφοροποίηση αυτή αντανακλά το γεγονός ότι η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται σήμερα περισσότερο στις επενδύσεις παρά στην ιδιωτική κατανάλωση.

Παρόλα αυτά, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν έχουν εξαλειφθεί. Οι αυξήσεις που έχουν ήδη ανακοινωθεί από εταιρείες μεταφορών, όπως η Lufthansa και η Deutsche Post, αναμένεται να περάσουν σταδιακά στο συνολικό κόστος λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων.

Περισσότερη αντιστάθμιση κινδύνου μετά το σοκ του 2022

Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή κατάσταση από εκείνη του 2022 είναι η καλύτερη προετοιμασία των επιχειρήσεων απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών.

Οι στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) χρησιμοποιούνται πλέον σε μεγαλύτερη κλίμακα, περιορίζοντας την ανάγκη για άμεσες αυξήσεις τιμών. Παράλληλα, περισσότερες επιχειρήσεις έχουν ενσωματώσει ρήτρες αυτόματης αναπροσαρμογής στις συμβάσεις τους, επιτρέποντας τη σταδιακή προσαρμογή των τιμών όταν αυξάνονται τα κόστη παραγωγής ή λειτουργίας.

Ως αποτέλεσμα, το νέο ενεργειακό σοκ φαίνεται προς το παρόν να έχει σαφώς ηπιότερη επίδραση στις τιμές καταναλωτή σε σχέση με εκείνο που ακολούθησε την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 

Σχόλια Αναγνωστών

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum