|
Η
υπερβολική δαπάνη, η
αναποφασιστικότητα, η
κακή κρίση και μια
γενικότερη πείσμονα
στάση χαρακτήριζαν τη
NeXT από την αρχή.
Έχοντας δεσμευτεί να
επενδύσει 7 εκατομμύρια
δολάρια ως αρχικό
κεφάλαιο για την
εκκίνηση της νέας του
εταιρείας, ο Τζομπς
ξεκίνησε πληρώνοντας τον
θρυλικό γραφίστα Πολ
Ραντ 100.000 δολάρια για
να δημιουργήσει το
λογότυπο της εταιρείας.
Τουλάχιστον το λογότυπο
πέτυχε. Δεν συνέβη το
ίδιο με τον υπολογιστή,
τον οποίο ο Τζομπς
επέμενε να έχει τη μορφή
ενός τέλειου κύβου από
κράμα μαγνησίου –
αδιαφορώντας για το
γεγονός ότι οι κύβοι
είναι διαβόητα δύσκολοι
στην κατασκευή και ότι
το μαγνήσιο προκαλεί
συχνά φουσκώματα στη
βαφή. Ο εκκεντρικός
δισεκατομμυριούχος και
μελλοντικός υποψήφιος
πρόεδρος Χ. Ρος Περό
εντυπωσιάστηκε αρκετά
από το χάρισμα του
Τζομπς ώστε να επενδύσει
20 εκατομμύρια δολάρια –
και να παραμείνει στο
εγχείρημα ακόμη και όταν
κατάλαβε ότι δεν υπήρχε
περίπτωση το μηχάνημα
της NeXT να είναι έτοιμο
εγκαίρως.
Ο
Τζομπς συνέχιζε να κάνει
αλλαγές – στα μικροτσίπ,
στις πλακέτες
κυκλωμάτων, στο
λειτουργικό σύστημα –
και κάθε αλλαγή είχε
συνέπειες. Οι μάνατζερ
που είχαν προσληφθεί για
να λειτουργήσουν το
άψογα σχεδιασμένο
εργοστάσιο που
κατασκεύαζε ο Τζομπς δεν
μπορούσαν να
ανταποκριθούν αρκετά
γρήγορα στις αλλαγές και
απολύονταν ο ένας μετά
τον άλλον. Αν κάτι
πήγαινε στραβά, όπως
συνήθως συνέβαινε, ο
Τζομπς έβρισκε έναν
αποδιοπομπαίο τράγο για
να τον κατακεραυνώσει,
κατά προτίμηση μπροστά
σε όλους. Η NeXT έμενε
όλο και πιο πίσω στο
χρονοδιάγραμμα. «Η
επιδίωξη της τελειότητας
από τον Στιβ
καταβρόχθιζε το
χρονοδιάγραμμα», γράφει
ο Κέιν.
Στο
μεταξύ, η IBM συμφώνησε
να συνεργαστεί με τον
Τζομπς σε μια σύμπραξη
που υποσχόταν 60
εκατομμύρια δολάρια για
το λειτουργικό σύστημα
που η NeXT είχε τελικά
καταφέρει να αναπτύξει,
καθώς και σημαντικά
δικαιώματα από κάθε
υπολογιστή της IBM που
θα το χρησιμοποιούσε.
Έπειτα ο Τζομπς θυμήθηκε
ότι μισούσε την IBM.
Παρέλειψε μια κρίσιμη
συνάντηση και η
συνεργασία κατέρρευσε
λίγο αργότερα. Ο Τζομπς
συνειδητοποίησε επίσης
ότι δεν ήθελε να πουλά
υπολογιστές στο κράτος –
που ήταν εξαρχής ο λόγος
συμμετοχής του Περό. Ο
Περό αποχώρησε.
Η
Canon είχε καταφέρει με
κάποιον τρόπο να πειστεί
να επενδύσει 100
εκατομμύρια δολάρια,
αλλά με την IBM και τον
Περό εκτός, η ιαπωνική
εταιρεία ήταν, όπως
σημειώνει ο Κέιν, «ο
τελευταίος μεγάλος
επενδυτής που είχε
απομείνει». Μέχρι τότε,
η NeXT είχε εξαντλήσει
το μεγαλύτερο μέρος των
κεφαλαίων της και
βρισκόταν αντιμέτωπη με
την αφερεγγυότητα, οπότε
ο Τζομπς πέταξε στο
Τόκιο και ζήτησε
περισσότερα χρήματα. Η
Canon κατέληξε να του
δώσει άλλα 40
εκατομμύρια δολάρια,
ώστε να μη χαθούν τα
προηγούμενα 100
εκατομμύρια σε μια
χρεοκοπία. Όταν
επρόκειτο για τον
Τζομπς, η πλάνη να μην
πάρεις τα χρήματα του
κόστους μόνο πλάνη δεν
ήταν.
Ο
Κέιν, δημοσιογράφος του
οποίου τα προηγούμενα
βιβλία περιλαμβάνουν το
«Samsung Rising» (2020),
ξετυλίγει αυτή την
ιστορία με δεξιοτεχνία.
Στην αφήγησή του, κάθε
συνάντηση κρύβει μια
ανατροπή, τα
συμπεράσματα δεν είναι
ποτέ προδιαγεγραμμένα
και η αγωνία βρίσκεται
σχεδόν πάντα σε απόσταση
μιας-δύο σελίδων. Θα
σπαταλήσει ο Τζομπς άλλη
μια ευκαιρία; Θα
εξανεμιστεί τελικά το
χάρισμά του μπροστά στα
αλλεπάλληλα ξεκινήματα
και τις ανεκπλήρωτες
υποσχέσεις; Θα καταφέρει
όντως να φέρει εις πέρας
την τελευταία
εντυπωσιακή παρουσίαση
προϊόντος; Θα
ευθυγραμμιστούν ποτέ τα
ρομπότ στο ειδικά
σχεδιασμένο εργοστάσιό
του με την απόλυτη
ακρίβεια; Θα αγοράσει
κανείς – οποιοσδήποτε –
έναν υπολογιστή NeXT;
Αν οι αποτυχίες που
συνάντησε ο Τζομπς ήταν
σε μεγάλο βαθμό
αποτέλεσμα των δικών του
επιλογών, οι επιτυχίες
συχνά οφείλονταν στην
τύχη. Η σημαντικότερη
από αυτές: η σχεδόν
χρεοκοπία της Apple το
1996. Αυτή ήταν το
κλειδί για τη
θριαμβευτική επιστροφή
του.
Ύστερα από χρόνια
προσπαθειών, η NeXT είχε
καταφέρει να
δημιουργήσει κάτι που
δεν ήταν μόνο καινοτόμο
αλλά και λειτουργικό.
Όχι το υλικό – το οποίο
ο Τζομπς εγκατέλειψε
απρόθυμα επειδή ήταν
πολύ ακριβό και δεν το
ήθελε κανείς – αλλά το
λειτουργικό σύστημα, το
οποίο αποδείχθηκε τόσο
επαναστατικό όσο εκείνος
υποστήριζε εξαρχής. Σε
μια εποχή που τα Windows
της Microsoft δεν ήταν
παρά μια κακοεκτελεσμένη
αναπαραγωγή του αρχικού
λειτουργικού του
Macintosh, η NeXT
προσέφερε πλήρες χρώμα,
προηγμένο ήχο και
γραφικά, καθώς και ένα
προγραμματιστικό
περιβάλλον που επέτρεπε
στους προγραμματιστές να
δημιουργούν εφαρμογές
γρήγορα και εύκολα.
Η
Apple, αντίθετα, είχε
μετατραπεί σε ένα άναρχο
σύνολο κακοσχεδιασμένων
προϊόντων, βασισμένων σε
ξεπερασμένο λογισμικό.
Χρειαζόταν ένα θαύμα –
και αυτό ακριβώς
υπόσχονταν η NeXT και το
λογισμικό της. Έτσι, ο
τότε διευθύνων σύμβουλος
της Apple, Γκιλ Αμέλιο,
αγόρασε τη NeXT και μαζί
της απέκτησε και τον
Τζομπς. Ο Τζομπς
επαναλάμβανε διαρκώς ότι
δεν ήθελε να διοικήσει
την Apple. Είναι
ενδεικτικό της
απελπισίας της εταιρείας
ότι κατόρθωσε να
πραγματοποιήσει μια
αντίστροφη εξαγορά που
κατέληξε με τον ίδιο να
απολύει το μεγαλύτερο
μέρος του διοικητικού
συμβουλίου, να ορίζει το
δικό του και τελικά να
αναλαμβάνει προσωρινός
διευθύνων σύμβουλος. Για
την Apple, όπως και για
τον Τζομπς, όλο αυτό το
επεισόδιο είχε κάτι από
«από μηχανής θεό» που
δύσκολα θα γινόταν
πιστευτό στη μυθοπλασία.
Ο
Κέιν αποδεικνύει
πειστικά τη βασική του
θέση: ότι τα χρόνια του
Τζομπς στη NeXT
αποτέλεσαν το χωνευτήρι
που τον μετέτρεψε από
κακομαθημένο και
πεισματάρη σε ώριμο
ηγέτη. Η ιδιοφυΐα
χρειαζόταν εξισορρόπηση,
και στο «Steve Jobs in
Exile» μπορεί κανείς να
τη δει να συμβαίνει,
ενίοτε μέρα με τη μέρα.
Η μετάβαση δεν ήταν
πλήρης: ο Τζομπς
παρέμενε ισχυρογνώμων,
αλλά πλέον οι πράξεις
του ήταν συνειδητές και
όχι παρορμητικές. Όταν
τελικά αποφασίζει να
τερματίσει τον «ιερό
πόλεμο» που επί χρόνια
διεξήγαγε εναντίον της
Microsoft και να πείσει
τον διευθύνοντα σύμβουλό
της, Μπιλ Γκέιτς, να
βοηθήσει στη διάσωση της
Apple, ο Κέιν σημειώνει
ότι ο Τζομπς κατανοεί
επιτέλους κάτι που δεν
είχε καταλάβει ποτέ
πριν: «Η δίκαιη
αγανάκτηση δεν πληρώνει
τους λογαριασμούς».
Κάποιοι μπορεί να
θεωρήσουν ότι το «Steve
Jobs in Exile» είναι ένα
επιχειρηματικό βιβλίο,
αλλά είναι κάτι πολύ
περισσότερο. Αυτό που
έχει δημιουργήσει ο Κέιν
είναι μια μελέτη για τον
ατομικό μαγνητισμό και
τη δυναμική των ομάδων:
για το πώς οι άνθρωποι
μαθαίνουν να κυριαρχούν
στα συναισθήματά τους,
να δαμάζουν τους
εσωτερικούς τους
δαίμονες και να
συνεργάζονται – ή και
όχι.
Πηγή: The Wall Street
Journal
|