|
Όπως
προκύπτει από τη
μακροχρόνια ιστορική
ανάλυση της τράπεζας, οι
μεγάλες ανοδικές φάσεις
του χρυσού δεν
ανακόπτονται απλώς
επειδή οι τιμές φτάνουν
σε υψηλά επίπεδα ή
επειδή μειώνεται
προσωρινά η αβεβαιότητα.
Αντίθετα, τερματίζονται
όταν οι κεντρικές
τράπεζες ανακτούν πλήρως
την αξιοπιστία τους και
εφαρμόζουν ένα νέο,
πειστικό νομισματικό
πλαίσιο. Χαρακτηριστικά
παραδείγματα αποτελούν
το 1980, με τη δραστική
σύσφιγξη της πολιτικής
από τον Πολ Βόλκερ, και
το 2013, όταν η
Fed
κατάφερε να πείσει τις
αγορές ότι η απόσυρση
της ποσοτικής χαλάρωσης
μπορούσε να γίνει χωρίς
συστημικούς κινδύνους.
Στη σημερινή συγκυρία,
σύμφωνα με την
UBS,
οι προϋποθέσεις αυτές
απουσιάζουν: τα
πραγματικά επιτόκια δεν
παραμένουν διατηρήσιμα
υψηλά, το δολάριο δεν
εμφανίζει δομική ισχύ
και οι γεωπολιτικοί
κίνδυνοι εξακολουθούν να
βαραίνουν το περιβάλλον.
Η
UBS
τοποθετεί τον χρυσό στη
μεσαία προς ώριμη φάση
του τρέχοντος ανοδικού
κύκλου, όπου οι νέες
ιστορικές κορυφές
συνοδεύονται από
συχνότερες διορθώσεις
της τάξης του 5%-8%.
Βραχυπρόθεσμα, εκτιμά
ότι η αγορά ενδέχεται να
κινηθεί πλαγιοανοδικά
στην περιοχή των
4.500-4.800 δολαρίων ανά
ουγγιά, καθώς η αύξηση
των
margin
requirements
στα
futures
περιορίζει τη μόχλευση.
Σε μεσοπρόθεσμο
ορίζοντα, ωστόσο, η
εικόνα παραμένει
υποστηρικτική, με την
τράπεζα να αναβαθμίζει
τις εκτιμήσεις της για
τη ζήτηση λόγω των
ισχυρών αγορών από
κεντρικές τράπεζες, των
αυξημένων εισροών σε
ETFs
και της έντονης ζήτησης
για φυσικό μέταλλο, σε
ένα περιβάλλον
χαμηλότερων πραγματικών
επιτοκίων και επίμονης
γεωπολιτικής
αβεβαιότητας.
Αντίθετα, το ασήμι
παρουσιάζει εντελώς
διαφορετική δυναμική. Η
UBS
κάνει λόγο για πρωτοφανή
κατάρρευση,
επισημαίνοντας ότι στις
30 Ιανουαρίου η τιμή του
υποχώρησε κατά 26% σε
μία συνεδρίαση, με
ενδοημερήσιες απώλειες
που άγγιξαν το 38% –
κινήσεις που δεν έχουν
καταγραφεί εδώ και
σχεδόν πέντε δεκαετίες.
Η μεταβλητότητα
εκτινάχθηκε, με τη
βραχυπρόθεσμη ιστορική
μεταβλητότητα να
αυξάνεται από περίπου
55% πριν τη διόρθωση σε
επίπεδα έως και 115%,
εξέλιξη που οδήγησε και
σε αυστηροποίηση των
απαιτήσεων περιθωρίου
από τη
CME.
Η ένταση
της πτώσης, κατά την
UBS,
σχετίζεται άμεσα με το
προηγούμενο σημείο
εκκίνησης της αγοράς:
πριν το
sell-off,
το ασήμι κατέγραφε άνοδο
της τάξης του 250% σε
ετήσια βάση, ενώ βασικοί
μοχλοί της ανόδου, όπως
οι εισροές σε
ETFs
και οι καθαρές
κερδοσκοπικές θέσεις
στις ΗΠΑ, είχαν ήδη
αρχίσει να εξασθενούν.
Ταυτόχρονα, στην Κίνα
είχαν διαμορφωθεί έντονα
premiums
έναντι των τιμών σε ΗΠΑ
και Λονδίνο, ενώ τα
silver
swap
rates
πέρασαν σε θετικό
έδαφος, ένδειξη ότι η
ζήτηση είχε καταστεί πιο
περιορισμένη και
λιγότερο ευρεία.
Ένα
ακόμη διαρθρωτικό
μειονέκτημα του ασημιού,
σύμφωνα με την τράπεζα,
είναι το γεγονός ότι
πάνω από το ήμισυ της
συνολικής ζήτησης
προέρχεται από
βιομηχανικές εφαρμογές.
Ακόμη και μετά τη
διόρθωση, τα επίπεδα των
τιμών ενδέχεται να
ενθαρρύνουν την
υποκατάσταση και τη
μείωση χρήσης από τη
βιομηχανία,
περιορίζοντας τη φυσική
ζήτηση σε μεσοπρόθεσμο
ορίζοντα. Παρότι η
UBS
δεν αλλάζει τις
μακροπρόθεσμες
εκτιμήσεις της, τονίζει
ότι για ένα περιουσιακό
στοιχείο με
μεταβλητότητα 60%-120%
απαιτείται προσδοκώμενη
απόδοση 30%-60% ώστε να
δικαιολογείται
επενδυτική τοποθέτηση –
προϋπόθεση που σήμερα
δεν πληρούται. Κατά
συνέπεια, θεωρεί ότι
απαιτούνται χαμηλότερες
τιμές για να καταστεί το
ασήμι ελκυστικό από
άποψη σχέσης
ρίσκου-απόδοσης.
Συνολικά, η
UBS
εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει τον χρυσό
ως βασικό εργαλείο
στρατηγικής
αντιστάθμισης σε ένα
περιβάλλον αβέβαιης
νομισματικής πολιτικής
και αυξημένων
γεωπολιτικών εντάσεων,
θεωρώντας την πρόσφατη
διόρθωση ως μέρος μιας
ευρύτερης ανοδικής
τάσης. Το ασήμι,
αντίθετα, παραμένει πολύ
πιο εκτεθειμένο σε
απότομες διακυμάνσεις
και, παρά το θετικό
μακροπρόθεσμο αφήγημα
για τα πολύτιμα μέταλλα
συνολικά, η σύσταση της
τράπεζας είναι στάση
αναμονής και αυξημένη
προσοχή μέχρι να
βελτιωθεί ουσιαστικά το
προφίλ κινδύνου και
απόδοσης.
|