|
Ωστόσο, η UBS
εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα
κινηθεί με προσοχή,
καθώς η ευρωπαϊκή
οικονομία ήδη
επιβαρύνεται από
αυξημένες τιμές
ενέργειας, υποχώρηση της
εμπιστοσύνης,
ασθενέστερες επενδύσεις
και πιέσεις στην
κατανάλωση. Παρά τις
επιφυλάξεις, η πρόεδρος
της ΕΚΤ,
Christine
Lagarde,
έχει καταστήσει σαφές
ότι η κεντρική τράπεζα
είναι έτοιμη να παρέμβει
αποφασιστικά εάν
διαπιστωθεί ευρύτερη
πληθωριστική απειλή.
Σε αυτό το μεταβαλλόμενο
περιβάλλον, η UBS
διαφοροποιεί τις
ευρωπαϊκές τράπεζες
ανάλογα με την
ευαισθησία τους στα
επιτόκια. Τα ιδρύματα
που θεωρούνται
«αμυντικά» σε περιόδους
πτώσης επιτοκίων –όπως
οι γαλλικές, γερμανικές
και ολλανδικές τράπεζες–
χάνουν σχετική
ελκυστικότητα. Αντίθετα,
τράπεζες που
επωφελούνται πιο άμεσα
από υψηλότερα επιτόκια
–μεταξύ αυτών οι
ελληνικές, ιρλανδικές,
ιταλικές, ισπανικές,
πορτογαλικές και
σουηδικές– βρίσκονται σε
πλεονεκτική θέση.
Η επενδυτική προσέγγιση
της UBS
επικεντρώνεται στη
σύγκριση της έκθεσης των
τραπεζών στα επιτόκια
μέσω των αποτελεσμάτων
χρήσης (P&L)
με τις τρέχουσες
αποτιμήσεις τους. Στόχος
είναι ο εντοπισμός
τραπεζών που προσφέρουν
υψηλή ευαισθησία σε
ανοδικά επιτόκια, αλλά
εξακολουθούν να
διαπραγματεύονται σε
σχετικά χαμηλές
αποτιμήσεις.
Σε αυτή την «άσκηση
αξίας», οι ελληνικές και
οι βρετανικές τράπεζες
ξεχωρίζουν, καθώς
συνδυάζουν ισχυρή έκθεση
στην άνοδο των επιτοκίων
με ελκυστικά επίπεδα
αποτίμησης. Το στοιχείο
αυτό τις καθιστά
ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες
για τους επενδυτές,
ειδικά σε ένα περιβάλλον
όπου η κατεύθυνση της
νομισματικής πολιτικής
παραμένει αβέβαιη αλλά
δυνητικά πιο «σφιχτή».


|