|
Οι αριθμοί του
πληθωρισμού παραμένουν
υψηλοί
Τα τελευταία στοιχεία
στις ΗΠΑ έδειξαν ότι ο
δείκτης τιμών καταναλωτή
αυξήθηκε κατά
3,4% σε ετήσια βάση τον
Αύγουστο, ενώ ο
δείκτης τιμών παραγωγού
ενισχύθηκε κατά
5,4%.
Οι δύο δείκτες
τροφοδοτούν, μεταξύ
άλλων, τον δείκτη
προσωπικών καταναλωτικών
δαπανών, τον οποίο
χρησιμοποιεί η
Federal
Reserve
ως βασικό μέτρο
πληθωρισμού. Ο δείκτης
PCE
παραμένει πάνω από τον
μακροπρόθεσμο στόχο του
2% της Fed
για 65 συνεχόμενους
μήνες.
Παράλληλα, οι προσδοκίες
των Αμερικανών
καταναλωτών για τον
πληθωρισμό του επόμενου
έτους αυξήθηκαν στο
4,6% τον
Σεπτέμβριο, από
4% τον Αύγουστο, σύμφωνα
με την έρευνα του
Πανεπιστημίου του
Michigan.
Πρόκειται για το
υψηλότερο επίπεδο από
τον Ιούνιο.
Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε
τις εκτιμήσεις ότι η
Fed
θα προχωρήσει σε αύξηση
επιτοκίων κατά 25
μονάδες βάσης, ενώ οι
αποδόσεις των
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων κινήθηκαν
υψηλότερα.
«Οι προσδοκίες δεν έχουν
αξία χωρίς πράξεις»
Ο Paul
Donovan
υποστηρίζει ότι οι
προσδοκίες για τον
πληθωρισμό δεν πρέπει να
αντιμετωπίζονται ως
αυτόνομος οικονομικός
δείκτης.
Κατά την άποψή του, η
ουσία δεν βρίσκεται σε
αυτό που δηλώνουν οι
πολίτες ή οι
επιχειρήσεις, αλλά στο
εάν και πώς αλλάζουν
πραγματικά τη
συμπεριφορά τους.
Εάν, για παράδειγμα, οι
καταναλωτές δηλώνουν ότι
αναμένουν υψηλότερο
πληθωρισμό, αλλά δεν
αυξάνουν τις αγορές
τους, δεν απαιτούν
υψηλότερους μισθούς και
δεν μεταβάλλουν τις
αποταμιευτικές τους
αποφάσεις, τότε οι
συγκεκριμένες προσδοκίες
δεν δημιουργούν από
μόνες τους πρόσθετες
πληθωριστικές πιέσεις.
«Οι προσδοκίες για τον
πληθωρισμό είναι από
μόνες τους χωρίς νόημα.
Έχουν σημασία μόνο εάν
προκαλούν αλλαγή στην
οικονομική συμπεριφορά»,
υπογραμμίζει ο
οικονομολόγος της
UBS.
Προειδοποιεί, μάλιστα,
ότι η υπερβολική έμφαση
σε δημοσκοπήσεις και
έρευνες μπορεί να
οδηγήσει τις κεντρικές
τράπεζες σε
λάθος αποφάσεις
νομισματικής πολιτικής.
Πότε έχουν σημασία οι
προσδοκίες των
καταναλωτών
Οι προσδοκίες των
νοικοκυριών μπορούν να
αποκτήσουν πραγματική
οικονομική σημασία υπό
συγκεκριμένες
προϋποθέσεις.
Για παράδειγμα, εάν οι
εργαζόμενοι διαθέτουν
ισχυρή διαπραγματευτική
δύναμη και απαιτήσουν
σημαντικές αυξήσεις
μισθών προκειμένου να
αντισταθμίσουν τον
αναμενόμενο πληθωρισμό,
τότε μπορεί να
δημιουργηθεί ένας νέος
κύκλος αυξήσεων μισθών
και τιμών.
Αντίστοιχα, εάν οι
καταναλωτές σπεύσουν να
αυξήσουν τις αγορές τους
πριν από νέες
ανατιμήσεις, η ζήτηση
μπορεί να ενισχυθεί και
να δημιουργήσει
πρόσθετες πιέσεις στις
τιμές.
Ωστόσο, η UBS
εκτιμά ότι σήμερα οι
καταναλωτές δεν
διαθέτουν την ίδια
διαπραγματευτική ισχύ
που είχαν σε
προηγούμενες περιόδους
υψηλού πληθωρισμού.
Επομένως, οι δηλώσεις
τους για την πορεία των
τιμών δεν μεταφράζονται
απαραίτητα σε
αντίστοιχες οικονομικές
κινήσεις.
Οι επιχειρήσεις
χρειάζονται τιμολογιακή
δύναμη
Ανάλογη είναι η εικόνα
και για τις
επιχειρήσεις.
Οι προσδοκίες των
εταιρειών για υψηλότερο
κόστος παραγωγής μπορούν
να επηρεάσουν τον
πληθωρισμό μόνο εάν οι
επιχειρήσεις έχουν τη
δυνατότητα να
μετακυλίσουν τις
αυξήσεις στους πελάτες
τους ή εάν αλλάξουν
πραγματικά την
τιμολογιακή τους
πολιτική.
Μια εταιρεία μπορεί να
προβλέπει υψηλότερες
τιμές ενέργειας ή πρώτων
υλών, όμως αυτό δεν
σημαίνει αυτομάτως ότι
θα αυξήσει τις τιμές των
προϊόντων της. Εάν ο
ανταγωνισμός είναι
έντονος ή η ζήτηση
αδύναμη, μπορεί να
αναγκαστεί να
απορροφήσει μέρος του
κόστους, περιορίζοντας
τα περιθώρια κέρδους
της.
Η UBS
θεωρεί ότι, στην παρούσα
συγκυρία, δεν υπάρχουν
επαρκείς ενδείξεις πως
οι προσδοκίες
καταναλωτών και
επιχειρήσεων
μετατρέπονται σε έναν
νέο, αυτοτροφοδοτούμενο
πληθωριστικό κύκλο.
Οι επενδυτές έχουν τη
μεγαλύτερη δύναμη
Εκεί που η UBS
βλέπει μεγαλύτερη
σημασία είναι στις
προσδοκίες των
επενδυτών.
Οι επενδυτές έχουν τη
δυνατότητα να
αντιδράσουν γρήγορα και
να επηρεάσουν άμεσα τις
τιμές των περιουσιακών
στοιχείων, τις αποδόσεις
των ομολόγων, τις
συναλλαγματικές
ισοτιμίες και το
πραγματικό κόστος
κεφαλαίου στην
οικονομία.
Εάν οι αγορές αρχίσουν
να προεξοφλούν επίμονα
υψηλότερο πληθωρισμό,
μπορεί να απαιτήσουν
υψηλότερες αποδόσεις για
να διακρατήσουν κρατικά
ή εταιρικά ομόλογα. Η
εξέλιξη αυτή αυξάνει το
κόστος δανεισμού για
κυβερνήσεις και
επιχειρήσεις και μπορεί
να περιορίσει τις
επενδύσεις.
Παράλληλα, οι προσδοκίες
των επενδυτών μπορούν να
μεταβάλουν τις σχετικές
αποτιμήσεις διαφορετικών
κατηγοριών περιουσιακών
στοιχείων, από τις
μετοχές και τα ομόλογα
έως τα εμπορεύματα και
τα νομίσματα.
«Οι προσδοκίες των
επενδυτών έχουν τη
μεγαλύτερη σημασία,
επειδή οι επενδυτές
είναι εκείνοι που είναι
πιθανότερο να έχουν τη
δύναμη να δράσουν — και
να δράσουν γρήγορα»,
σημειώνει ο
Donovan.
Η αγορά ομολόγων στέλνει
διαφορετικό μήνυμα
Η διάκριση ανάμεσα στις
δημοσκοπικές και τις
χρηματοπιστωτικές
προσδοκίες είναι
ιδιαίτερα σημαντική
σήμερα.
Παρά την άνοδο των τιμών
του πετρελαίου και την
ενίσχυση των
βραχυπρόθεσμων
πληθωριστικών πιέσεων,
οι αγορές ομολόγων δεν
προεξοφλούν απαραίτητα
μια μόνιμη επιστροφή σε
πληθωρισμό τύπου
δεκαετίας του 1970.
Οι λεγόμενες προσδοκίες
πληθωρισμού που
αποτυπώνονται στις
αγορές ομολόγων
παραμένουν σχετικά
συγκρατημένες σε
μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Αυτό δείχνει ότι οι
επενδυτές εξακολουθούν
να θεωρούν πιθανό πως οι
κεντρικές τράπεζες θα
καταφέρουν τελικά να
επαναφέρουν τον
πληθωρισμό κοντά στους
στόχους τους, ακόμη και
εάν βραχυπρόθεσμα οι
τιμές ενέργειας
προκαλούν αναταράξεις.
Ωστόσο, η UBS
προειδοποιεί ότι οι
επενδυτές μπορεί να
έχουν διαφορετική εικόνα
από τους δανειολήπτες.
Οι πρώτοι αξιολογούν τον
πληθωρισμό σε
μακροοικονομικό επίπεδο,
ενώ οι επιχειρήσεις
επικεντρώνονται στο δικό
τους κόστος παραγωγής
και στη ζήτηση για τα
προϊόντα τους.
Αυτή η απόκλιση μπορεί
να οδηγήσει σε υψηλότερο
κόστος κεφαλαίου και να
περιορίσει τις
επενδυτικές αποφάσεις.
Ο κίνδυνος λανθασμένης
αντίδρασης των κεντρικών
τραπεζών
Η UBS
θεωρεί ότι οι κεντρικές
τράπεζες κινδυνεύουν να
αντιδράσουν υπερβολικά
σε δημοσκοπήσεις που
καταγράφουν αυξημένες
πληθωριστικές
προσδοκίες, χωρίς να
εξετάζουν εάν αυτές
έχουν πραγματικές
οικονομικές συνέπειες.
Μια τέτοια αντίδραση θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
υπερβολική σύσφιξη της
νομισματικής πολιτικής,
ιδιαίτερα εάν οι
πληθωριστικές πιέσεις
προέρχονται κυρίως από
έναν εξωτερικό
παράγοντα, όπως η άνοδος
του πετρελαίου.
Οι αυξήσεις επιτοκίων
δεν μπορούν να αυξήσουν
την προσφορά πετρελαίου
ούτε να αποκαταστήσουν
άμεσα τη λειτουργία των
ενεργειακών διαδρομών.
Μπορούν, όμως, να
περιορίσουν τη ζήτηση
και να επιβαρύνουν την
οικονομική
δραστηριότητα,
προκαλώντας μεγαλύτερο
πλήγμα στην ανάπτυξη.
Το μήνυμα της UBS
Για την UBS,
το κρίσιμο στοιχείο δεν
είναι τι δηλώνουν οι
καταναλωτές και οι
επιχειρήσεις ότι
περιμένουν, αλλά τι
κάνουν στην πράξη.
Οι καταναλωτικές και
εταιρικές προσδοκίες
αποκτούν σημασία μόνο
όταν συνοδεύονται από
αλλαγές σε μισθούς,
τιμές, κατανάλωση,
επενδύσεις ή παραγωγή.
Αντίθετα, οι προσδοκίες
των επενδυτών μπορούν να
επηρεάσουν άμεσα το
κόστος κεφαλαίου και τις
τιμές των
χρηματοοικονομικών
assets.
Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον
Paul
Donovan,
οι κεντρικές τράπεζες θα
πρέπει προς το παρόν να
αντιμετωπίζουν με
επιφύλαξη τις έρευνες
για τις προσδοκίες
πληθωρισμού των
καταναλωτών και των
επιχειρήσεων και να
δίνουν μεγαλύτερη
βαρύτητα στα μηνύματα
που εκπέμπουν οι ίδιες
οι αγορές.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι σαφές: οι
προσδοκίες δεν
δημιουργούν πληθωρισμό
από μόνες τους· τον
δημιουργούν όταν
μετατρέπονται σε
πραγματική οικονομική
συμπεριφορά.
|