|
Η εικόνα των αγορών
φέτος ενισχύει αυτή τη
μεταστροφή. Ο δείκτης
MSCI
World
ex
USA
καταγράφει άνοδο περίπου
8% το 2026, την ώρα που
ο
S&P
500
κινείται σχεδόν
αμετάβλητος. Στην Ασία,
ο
Nikkei
225
έχει ενισχυθεί κατά 17%
από την αρχή του έτους,
ενώ στην Ευρώπη ο
Stoxx
Europe
600
σημειώνει κέρδη της
τάξης του 7%. Το
ισχυρότερο
momentum
εκτός ΗΠΑ, σε συνδυασμό
με χαμηλότερες
αποτιμήσεις και ευνοϊκή
συναλλαγματική δυναμική,
προσελκύει αυξημένες
εισροές κεφαλαίων προς
τις διεθνείς αγορές.
Την ίδια στιγμή, οι
αμερικανικές μετοχές
δέχονται πιέσεις, με
τους επενδυτές να
σταθμίζουν τις πιθανές
παρενέργειες από την
ταχεία ανάπτυξη της
τεχνητής νοημοσύνης αλλά
και τη διατήρηση
πληθωριστικών πιέσεων
στην οικονομία των ΗΠΑ.
Ένας ακόμη παραδοσιακός
πυλώνας στήριξης της
Wall
Street,
οι εταιρικές επαναγορές
μετοχών, φαίνεται να
χάνει την έντασή του.
Σύμφωνα με την
UBS,
η απόδοση από επαναγορές
στις ΗΠΑ έχει πλέον
συγκλίνει με εκείνη των
διεθνών αγορών,
περιορίζοντας ένα βασικό
πλεονέκτημα που στο
παρελθόν τροφοδοτούσε
την αύξηση των κερδών
ανά μετοχή και ενίσχυε
τις εισροές. Επιπλέον, η
συνολική ανταμοιβή των
μετόχων μέσω μερισμάτων
και επαναγορών
διαμορφώνεται περίπου
στο μισό σε σύγκριση με
την Ευρώπη, στοιχείο που
μειώνει τη σχετική
ελκυστικότητα της
αμερικανικής αγοράς.
Παράλληλα, οι
αποτιμήσεις αποτελούν
επιπλέον λόγο
προβληματισμού. Η
UBS
υπολογίζει ότι ο κλαδικά
προσαρμοσμένος δείκτης
τιμής προς κέρδη για τις
αμερικανικές μετοχές
εμφανίζεται περίπου 35%
υψηλότερος σε σχέση με
τους διεθνείς
ανταγωνιστές, όταν η
μέση προσαύξηση από το
2010 διαμορφωνόταν μόλις
στο 4%. Μάλιστα, περίπου
το 60% των επιμέρους
κλάδων διαπραγματεύεται
όχι μόνο με υψηλότερους
πολλαπλασιαστές από τους
αντίστοιχους διεθνώς,
αλλά και πάνω από τον
ιστορικό μέσο όρο
αποτίμησής τους.
Στους παράγοντες
αβεβαιότητας προστίθεται
και το πολιτικό
περιβάλλον υπό την
προεδρία του
Donald
Trump.
Μέσα στη χρονιά έχουν
καταγραφεί μεταβολές στη
δασμολογική πολιτική,
προτάσεις για ανώτατα
όρια επιτοκίων στις
πιστωτικές κάρτες,
ενδεχόμενοι περιορισμοί
στις επενδύσεις
private
equity
σε ακίνητα, αυξημένη
εποπτεία στην τιμολόγηση
φαρμάκων, καθώς και
εισηγήσεις για
περιορισμό μερισμάτων
και επαναγορών σε
εταιρείες του αμυντικού
κλάδου. Όλες αυτές οι
παρεμβάσεις ενισχύουν
την αίσθηση θεσμικού
ρίσκου για τους
επενδυτές.
Παρά τη σαφή επιδείνωση
του ισοζυγίου κινδύνων,
η UBS
δεν υιοθετεί πλήρως
απαισιόδοξη στάση. Ο
Garthwaite
υπογραμμίζει ότι η
αμερικανική οικονομία
και η χρηματιστηριακή
αγορά τείνουν να
υπεραποδίδουν στα αρχικά
στάδια μιας πιθανής
επενδυτικής «φούσκας»,
όταν η δυναμική
ανάπτυξης και η
τεχνολογική καινοτομία
λειτουργούν ως ισχυροί
καταλύτες. Επιπλέον, η
τράπεζα εκτιμά ότι η
υιοθέτηση της τεχνητής
νοημοσύνης στις ΗΠΑ θα
κινηθεί ταχύτερα από
ό,τι στις περισσότερες
άλλες μεγάλες
οικονομίες, με πιθανή
εξαίρεση την Κίνα,
στηρίζοντας την
κερδοφορία κομβικών
κλάδων.
Σε ό,τι αφορά τις
προβλέψεις για την
πορεία της αγοράς, ο
στρατηγικός αναλυτής της
UBS
Sean
Simonds
διατηρεί στόχο για τον
S&P
500 στις 7.500 μονάδες
έως το τέλος του έτους.
Η εκτίμηση αυτή κινείται
ελαφρώς χαμηλότερα από
τον μέσο όρο πρόβλεψης
7.629 μονάδων που
καταγράφεται μεταξύ 14
κορυφαίων στρατηγικών,
σύμφωνα με σχετική
έρευνα του
CNBC.
Συνολικά, η UBS
αναγνωρίζει ότι η
αμερικανική αγορά
παραμένει ισχυρή σε
θεμελιώδες επίπεδο,
ωστόσο θεωρεί ότι το
περιθώριο υπεραπόδοσης
έχει περιοριστεί
αισθητά, καθώς οι
νομισματικοί,
αποτιμητικοί και
πολιτικοί παράγοντες
συγκλίνουν προς μια πιο
απαιτητική επενδυτική
συγκυρία.
|