|
Ισχυρό υπόβαθρο για τις
ευρωπαϊκές τράπεζες
Η UBS
διαπιστώνει ότι οι
αμερικανοί επενδυτές
εξακολουθούν να
διατηρούν σημαντικά
αυξημένες θέσεις στις
ευρωπαϊκές τράπεζες. Η
ίδια θεωρεί ότι η στάση
αυτή έχει βάση, καθώς οι
προβλέψεις για την
αύξηση των κερδών ανά
μετοχή παραμένουν
ιδιαίτερα ισχυρές.
Οι εκτιμήσεις της
UBS
προβλέπουν αύξηση των
EPS
κατά:
|
Έτος
|
Εκτίμηση
αύξησης EPS
|
|
2026
|
13%
|
|
2027
|
15%
|
|
2028
|
10%
|
Στο θετικό σενάριο
συνδυάζονται οι χαμηλές
αποτιμήσεις, η αύξηση
των τραπεζικών
χορηγήσεων, η πορεία των
επιτοκίων και η κλίση
της καμπύλης αποδόσεων.
Η UBS
εκτιμά ότι οι
συγκεκριμένοι παράγοντες
μπορούν να οδηγήσουν σε
νέες ανοδικές
αναθεωρήσεις των
προβλέψεων για τα κέρδη
μέσα στους επόμενους
έναν έως δύο μήνες, ενώ
παράλληλα το ευρωπαϊκό
τραπεζικό πλαίσιο
εμφανίζει σταδιακή
βελτίωση.
Δεν αναμένονται άμεσα
μεγάλες αλλαγές στα
χαρτοφυλάκια
Παρά τη θετική εικόνα,
οι επενδυτές που
συναντήθηκαν με την
UBS
στις ΗΠΑ δεν
εμφανίζονται έτοιμοι να
προχωρήσουν άμεσα σε
μεγάλες αλλαγές.
Η μεταβλητότητα γύρω από
τη γεωπολιτική, τις
αποδόσεις των ομολόγων
αλλά και τις προοπτικές
της τεχνητής νοημοσύνης
λειτουργεί ως παράγοντας
αναμονής.
Η UBS,
ωστόσο, θεωρεί ότι αυτή
η στάση μπορεί να
αλλάξει.
Η άνοδος των εκτιμήσεων
για τα κέρδη, η
επαναμόχλευση του
ιδιωτικού τομέα και η
εκτίμηση για υψηλότερο
«ουδέτερο» επίπεδο
επιτοκίων δημιουργούν
ένα περιβάλλον στο οποίο
οι ευρωπαϊκές τράπεζες
μπορούν να εμφανίσουν
υψηλότερη κερδοφορία.
Ενδεικτικά, η UBS
αναμένει πλέον ότι το
επιτόκιο πολιτικής της
ΕΚΤ θα επιστρέψει στο
2,5% και θα παραμείνει
σε αυτό το επίπεδο,
έναντι προηγούμενης
εκτίμησης για 2%.
Παράλληλα, βλέπει
περιθώριο για μεγαλύτερη
δραστηριότητα σε
συγχωνεύσεις και
εξαγορές, κάτι που θα
μπορούσε να λειτουργήσει
ως πρόσθετος καταλύτης
για τον κλάδο.
Η UBS
βλέπει περιθώριο 35% σε
δύο χρόνια
Ακόμη και χωρίς
σημαντική αλλαγή στους
πολλαπλασιαστές
αποτίμησης, η UBS
εκτιμά ότι ο ευρωπαϊκός
τραπεζικός κλάδος μπορεί
να προσφέρει συνολική
απόδοση περίπου 35% στην
επόμενη διετία.
Η εκτίμηση αυτή
βασίζεται κυρίως στην
αναμενόμενη αύξηση των
κερδών και στις
σημερινές αποτιμήσεις.
Με άλλα λόγια, το
επενδυτικό σενάριο δεν
προϋποθέτει απαραίτητα
ένα νέο κύμα επέκτασης
των αποτιμήσεων. Αρκεί η
κερδοφορία να συνεχίσει
να αυξάνεται και οι
τράπεζες να διατηρήσουν
τις σημερινές
αποτιμητικές σχέσεις.
Το ενδιαφέρον στρέφεται
σε «ειδικές περιπτώσεις»
Ένα από τα πιο
ενδιαφέροντα
συμπεράσματα της
UBS
αφορά τη συμπεριφορά των
επενδυτών.
Οι επενδυτές αναζητούν
όλο και περισσότερο
τραπεζικές μετοχές με
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
και συγκεκριμένους
εταιρικούς καταλύτες,
αντί να τοποθετούνται
απλώς στον ευρωπαϊκό
τραπεζικό κλάδο ως
ενιαίο στοίχημα.
Μεταξύ των τραπεζών που
ξεχωρίζουν στις
συζητήσεις των επενδυτών
βρίσκονται οι ABN
Amro,
Bawag,
BCP,
Raiffeisen,
Τράπεζα Πειραιώς,
Santander
και Standard
Chartered.
Η παρουσία της Πειραιώς
στη συγκεκριμένη ομάδα
έχει ιδιαίτερη σημασία
για την ελληνική αγορά,
καθώς δείχνει ότι οι
διεθνείς επενδυτές
αναζητούν πλέον και σε
ελληνικές τράπεζες
συγκεκριμένα
χαρακτηριστικά που
μπορούν να
διαφοροποιήσουν την
απόδοση ενός
χαρτοφυλακίου.
Στον αντίποδα, οι
σκανδιναβικές τράπεζες
εμφανίζουν μικρότερο
ενδιαφέρον, καθώς
συνδυάζουν χαμηλότερες
προβλέψεις για την
αύξηση των κερδών με
υψηλότερες αποτιμήσεις.
Η Ελλάδα ως «καταφύγιο»
σε ένα δυσμενέστερο
σενάριο
Εδώ βρίσκεται ίσως το
πιο ενδιαφέρον σημείο
της ανάλυσης της
UBS
για την Ελλάδα.
Ο ελβετικός οίκος
εντοπίζει πιθανό «wrong-way
risk»
στις αγορές όπου οι
επενδυτές έχουν ήδη
ιδιαίτερα υψηλές
τοποθετήσεις.
Οι βρετανικές τράπεζες
Barclays,
Lloyds
και NatWest,
καθώς και οι γαλλικές
BNP
Paribas,
Crédit
Agricole
και Société
Générale,
εμφανίζονται να κατέχουν
σημαντικό βάρος στα
χαρτοφυλάκια των
επενδυτών.
Η UBS
θεωρεί ότι οι δύο αυτές
αγορές θα μπορούσαν να
αντιμετωπίσουν
μεγαλύτερες πιέσεις εάν
ο πληθωρισμός αποδειχθεί
υψηλότερος από τις
σημερινές προβλέψεις.
Στη Γαλλία, μεταξύ
άλλων, λόγω της μεγάλης
παρουσίας στεγαστικών
δανείων σταθερού
επιτοκίου και της
σύνδεσης του
Livret
A
με τον πληθωρισμό. Στο
Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω
της σύνθεσης των
καταθέσεων αλλά και των
εμπειριών του 2023.
Παράλληλα, και οι δύο
αγορές εισέρχονται σε
περίοδο σημαντικών
πολιτικών εξελίξεων, με
κρίσιμους
προϋπολογισμούς να
βρίσκονται μπροστά και
τη Γαλλία να οδηγείται
προς προεδρική εκλογική
διαδικασία.
Γιατί η Ελλάδα ξεχωρίζει
Σε ένα σενάριο όπου ο
στασιμοπληθωρισμός
αποδειχθεί πολύ
ισχυρότερος από το
αναμενόμενο, η
UBS
θεωρεί ότι οι επενδυτές
μπορεί να αναζητήσουν
τραπεζικές αγορές με
μεγαλύτερη έκθεση σε
κυμαινόμενα επιτόκια.
Σε αυτή την κατηγορία
τοποθετεί την
Ελλάδα, μαζί με
την Ιταλία, την
Ιρλανδία, την Ισπανία
και την Πορτογαλία.
Μάλιστα, η Ελλάδα
αποτελεί την
προτίμηση της
UBS
μεταξύ αυτών των αγορών.
Το στοιχείο αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία για
τις ελληνικές τράπεζες,
καθώς έρχεται σε μια
περίοδο κατά την οποία ο
κλάδος έχει ήδη
πραγματοποιήσει ισχυρή
επανατιμολόγηση τα
τελευταία χρόνια, αλλά
εξακολουθεί να εμφανίζει
διαφορετικά
χαρακτηριστικά από τις
ώριμες ευρωπαϊκές
αγορές.
Η UBS
ουσιαστικά διαχωρίζει
δύο διαφορετικές
επενδυτικές λογικές: από
τη μία τις μεγάλες
ευρωπαϊκές τραπεζικές
αγορές, όπου οι
επενδυτές είναι ήδη
σημαντικά τοποθετημένοι,
και από την άλλη τις
αγορές όπου μπορούν να
αναζητήσουν διαφορετικού
τύπου έκθεση και
ειδικότερους εταιρικούς
καταλύτες.
Το μήνυμα για τις
ελληνικές τράπεζες
Για την Ελλάδα, το
σημαντικότερο στοιχείο
δεν είναι μόνο ότι οι
αμερικανοί επενδυτές
εξετάζουν ελληνικές
τραπεζικές μετοχές.
Είναι ότι η UBS
βλέπει τις ελληνικές
τράπεζες ως πιθανό
όχημα
διαφοροποίησης
σε ένα ευρωπαϊκό
τραπεζικό χαρτοφυλάκιο.
Η Πειραιώς βρίσκεται ήδη
στη λίστα των μετοχών
που συζητούν οι
επενδυτές ως «ειδικές
περιπτώσεις», ενώ η
Ελλάδα συνολικά
εμφανίζεται ως
προτιμώμενη αγορά σε ένα
σενάριο εντονότερων
πληθωριστικών πιέσεων.
Αυτό σημαίνει ότι το
επόμενο κεφάλαιο για τις
ελληνικές τράπεζες
μπορεί να μην αφορά μόνο
την οργανική αύξηση των
κερδών τους. Μπορεί να
αφορά και την αλλαγή της
σύνθεσης των διεθνών
χαρτοφυλακίων, καθώς οι
επενδυτές αναζητούν
αγορές που προσφέρουν
διαφορετική ευαισθησία
στα επιτόκια και
μεγαλύτερη έκθεση σε
συγκεκριμένους
εταιρικούς καταλύτες.
Για την Αθήνα, πρόκειται
για μια ακόμη ένδειξη
ότι οι ελληνικές
τράπεζες
αντιμετωπίζονται πλέον
όλο και περισσότερο ως
μέρος του ευρωπαϊκού
επενδυτικού χάρτη και
όχι ως μια ξεχωριστή
περιφερειακή αγορά.
|