|
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της UniCredit, το
συνολικό ύψος του
Ταμείου Ανάκαμψης
ανερχόταν στα 577 δισ.
ευρώ στα τέλη
Ιανουαρίου, εκ των
οποίων τα 360 δισ. ευρώ
αφορούν επιχορηγήσεις
και τα 217 δισ. ευρώ
δάνεια. Μέχρι τις αρχές
Μαΐου είχαν εκταμιευθεί
περίπου 400 δισ. ευρώ,
ποσό που αντιστοιχεί
περίπου στο 70% των
συνολικών διαθέσιμων
πόρων. Ωστόσο, η
πραγματική χρήση των
κεφαλαίων από τις
οικονομίες της Ευρωζώνης
παραμένει σαφώς
χαμηλότερη, καθώς κατά
μέσο όρο έχει
αξιοποιηθεί περίπου το
60% των διαθέσιμων
ποσών, με βάση στοιχεία
έως τα τέλη του 2025.
Οι
αναλυτές του οίκου
επισημαίνουν ότι
υπάρχουν έντονες
διαφοροποιήσεις μεταξύ
των χωρών. Εκείνες που
έχουν δεσμεύσει
μεγαλύτερους πόρους σε
σχέση με το ΑΕΠ τους
εμφανίζουν συχνά και πιο
αργούς ρυθμούς
απορρόφησης. Η Ελλάδα
συγκαταλέγεται στις
χώρες αυτές, καθώς, παρά
τη σημαντική
χρηματοδοτική στήριξη
που λαμβάνει,
εξακολουθεί να κινείται
με σχετικά αργούς
ρυθμούς στην υλοποίηση
των επενδύσεων.
Αντίθετα, χώρες που
δικαιούνται μικρότερα
ποσά σε σχέση με το
μέγεθος της οικονομίας
τους έχουν ήδη
αξιοποιήσει πάνω από τα
δύο τρίτα των πόρων
τους.
Η
Ιταλία, η οποία αποτελεί
τον μεγαλύτερο αποδέκτη
πόρων του Ταμείου
Ανάκαμψης σε απόλυτα
μεγέθη και έναν από τους
μεγαλύτερους σε σχέση με
το ΑΕΠ, βρίσκεται σε
ενδιάμεση θέση. Έχει ήδη
αξιοποιήσει περίπου το
57% των κεφαλαίων, ενώ
έχει λάβει περίπου το
85% των συνολικών ποσών
που δικαιούται, ποσοστό
σημαντικά υψηλότερο από
τον μέσο όρο της
Ευρώπης.
Η
UniCredit αποδίδει τις
καθυστερήσεις σε έναν
συνδυασμό συστημικών και
εθνικών παραγόντων. Από
τη μία πλευρά, το ίδιο
το πρόγραμμα
χαρακτηρίζεται από υψηλή
πολυπλοκότητα και
αυστηρές διαδικασίες,
γεγονός που δυσχέρανε
εξαρχής την πρόοδο των
έργων. Από την άλλη,
πολλές χώρες
αντιμετωπίζουν
περιορισμούς διοικητικής
ικανότητας,
γραφειοκρατικά εμπόδια
και καθυστερήσεις στην
υλοποίηση έργων σε
κρατικό επίπεδο.
Σημαντικό ρόλο στις
καθυστερήσεις έπαιξε και
η ενεργειακή κρίση του
2022, η οποία αύξησε
δραματικά το κόστος
πρώτων υλών και
κατασκευών, δημιούργησε
προβλήματα στις
εφοδιαστικές αλυσίδες
και ανάγκασε πολλές
κυβερνήσεις να
μετατοπίσουν τις
προτεραιότητές τους.
Σύμφωνα με τον οίκο, οι
νέες εντάσεις στις
διεθνείς αγορές
ενέργειας εξακολουθούν
να δημιουργούν κινδύνους
για περαιτέρω
καθυστερήσεις και
αυξημένο κόστος
υλοποίησης των έργων.
Παράλληλα, οι χώρες
προχώρησαν τα τελευταία
χρόνια σε αλλεπάλληλες
αναθεωρήσεις των εθνικών
τους σχεδίων,
επιδιώκοντας να αυξήσουν
τις πιθανότητες
απορρόφησης των πόρων.
Σε αρκετές περιπτώσεις
δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση
στις επιχορηγήσεις και
μειώθηκε η χρήση των
δανείων, καθώς τα οφέλη
χρηματοδότησης μέσω του
Ταμείου Ανάκαμψης δεν
αποδείχθηκαν τελικά τόσο
ελκυστικά όσο αρχικά
αναμενόταν.
Με
τις περισσότερες
αναθεωρήσεις να έχουν
πλέον ολοκληρωθεί, η
UniCredit τονίζει ότι η
βασική πρόκληση είναι
πλέον η επιτάχυνση της
υλοποίησης των
επενδύσεων. Όπως
σημειώνει, σημαντικό
μέρος των έργων έχει
μετατεθεί χρονικά στα
τελευταία χρόνια του
προγράμματος, γεγονός
που αυξάνει την πίεση
για ταχεία εκτέλεση μέσα
σε περιορισμένο χρονικό
διάστημα.
Ο
οίκος υπογραμμίζει ότι η
αποτελεσματική υλοποίηση
των επενδύσεων που
απομένουν θα είναι
καθοριστική για τη
μεγιστοποίηση της
επίδρασης του Ταμείου
Ανάκαμψης στην ανάπτυξη
των ευρωπαϊκών
οικονομιών, ιδιαίτερα σε
ένα περιβάλλον όπου η
αβεβαιότητα και το
αυξημένο ενεργειακό
κόστος συνεχίζουν να
επηρεάζουν αρνητικά την
εγχώρια ζήτηση.
Παρά τις δυσκολίες, η
UniCredit εξακολουθεί να
θεωρεί το Ταμείο
Ανάκαμψης βασικό πυλώνα
της αισιοδοξίας της για
τις προοπτικές της
ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι
η πραγματική αξιολόγηση
του μακροπρόθεσμου
αντίκτυπου του
προγράμματος, ιδίως σε
ό,τι αφορά την αύξηση
της παραγωγικότητας και
την αποτελεσματικότητα
των διαρθρωτικών
μεταρρυθμίσεων, θα
απαιτήσει αρκετά χρόνια
ακόμη, καθώς τα
αποτελέσματα των
επενδύσεων αναμένεται να
αποτυπωθούν σταδιακά
μετά την ολοκλήρωση του
προγράμματος.

|