|
Οι μετοχές καταλαμβάνουν
το 71,8% των
χαρτοφυλακίων
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της American
Association
of
Individual
Investors
(AAII),
οι μετοχές αντιστοιχούν
πλέον στο 71,8% των
χαρτοφυλακίων των
ιδιωτών επενδυτών στις
ΗΠΑ. Πρόκειται για
ποσοστό που προσεγγίζει
επίπεδα τα οποία είχαν
καταγραφεί κατά την
περίοδο της φούσκας των
dot-com,
πριν από την κατάρρευση
της αγοράς το 2000.
Ανάλογη ένταση είχε
εμφανιστεί στα τέλη του
2017, όταν η συμμετοχή
των μετοχών είχε αγγίξει
προσωρινά το 72%, λίγο
πριν από το επεισόδιο
έντονης μεταβλητότητας
που έμεινε γνωστό ως
Volmageddon.
Οι ιστορικές ομοιότητες
δεν αποτελούν από μόνες
τους ένδειξη ότι
επίκειται άμεση
διόρθωση. Οι αγορές
μπορούν να παραμείνουν
σε υψηλά επίπεδα για
μεγάλο διάστημα, ακόμη
και όταν οι αποτιμήσεις
και η επενδυτική
ψυχολογία προκαλούν
ανησυχία.
Ωστόσο, το γεγονός ότι
οι ιδιώτες επενδυτές
διατηρούν σχεδόν τα τρία
τέταρτα των
χαρτοφυλακίων τους σε
μετοχές δείχνει πόσο
ισχυρή παραμένει η
εμπιστοσύνη τους στην
ανοδική πορεία της
αγοράς.
Η συζήτηση για τη φούσκα
χάνει την έντασή της
Παρά τις προειδοποιήσεις
γνωστών επενδυτών, η
δημόσια συζήτηση για μια
ενδεχόμενη
χρηματιστηριακή φούσκα
φαίνεται να υποχωρεί.
Σύμφωνα με την ανάλυση
του Bloomberg,
μειώνεται το ποσοστό των
δημοσιευμάτων που
περιλαμβάνουν τη λέξη
«φούσκα», ενώ η σχετική
αρθρογραφία παραμένει
αρκετά χαμηλότερα από
τις κορυφώσεις που είχαν
καταγραφεί στα τέλη του
2025 και το καλοκαίρι
του 2020.
Η εξέλιξη αυτή έχει τη
σημασία της, καθώς
δείχνει ότι οι
προειδοποιήσεις δεν
μεταφράζονται απαραίτητα
σε αλλαγή επενδυτικής
συμπεριφοράς. Πολλοί
επενδυτές έχουν
συνηθίσει να
αντιμετωπίζουν τις
διορθώσεις ως ευκαιρίες
αγορών, έχοντας δει
επανειλημμένα τις αγορές
να ανακάμπτουν μετά από
περιόδους αναταραχής.
Η στρατηγική του
buy
the
dip
έχει ενισχυθεί σημαντικά
τα τελευταία χρόνια. Για
όσους την ακολουθούν, η
υποχώρηση των τιμών δεν
αποτελεί απαραίτητα λόγο
αποχώρησης, αλλά αφορμή
για νέες τοποθετήσεις.
Αυτό εξηγεί εν μέρει
γιατί οι προειδοποιήσεις
ακόμη και έμπειρων
επενδυτών μπορεί να μην
επηρεάζουν ουσιαστικά
τις ροές κεφαλαίων. Όταν
η αγορά επιβραβεύει επί
μακρόν όσους διατηρούν
τις θέσεις τους, η
πρόωρη υιοθέτηση μιας
απαισιόδοξης στάσης
μπορεί να έχει σημαντικό
κόστος.
Η αντίφαση ανάμεσα στον
φόβο και την αισιοδοξία
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα
είναι η απόσταση ανάμεσα
στο επενδυτικό
συναίσθημα και στις
προσδοκίες για τις τιμές
των μετοχών.
Σύμφωνα με την έρευνα
καταναλωτικής
εμπιστοσύνης του
Conference
Board,
περισσότεροι από τους
μισούς ερωτηθέντες
αναμένουν ότι οι μετοχές
θα βρίσκονται υψηλότερα
σε διάστημα 12 μηνών. Η
ένδειξη αυτή πλησιάζει
επίπεδα που είχαν
καταγραφεί σπάνια τα
τελευταία 35 χρόνια.
Την ίδια στιγμή, οι
προσδοκίες για
αποκλιμάκωση του
πληθωρισμού και μείωση
των επιτοκίων έχουν
υποχωρήσει αισθητά τους
τελευταίους μήνες. Με
άλλα λόγια, οι επενδυτές
εμφανίζονται λιγότερο
βέβαιοι ότι οι
οικονομικές συνθήκες θα
γίνουν ευνοϊκότερες,
αλλά εξακολουθούν να
πιστεύουν ότι οι μετοχές
μπορούν να συνεχίσουν να
ανεβαίνουν.
Η στάση αυτή αντανακλά
την εμπειρία των
τελευταίων ετών, κατά τα
οποία αρκετές διορθώσεις
αποδείχθηκαν προσωρινές
και οι αγορές επέστρεψαν
σε ανοδική τροχιά.
Σταδιακά, όμως, η
πεποίθηση ότι κάθε πτώση
αποτελεί ευκαιρία μπορεί
να μετατραπεί σε
υπερβολική
αυτοπεποίθηση.
Γιατί οι προειδοποιήσεις
της Wall
Street
δεν πείθουν
Ο Simon
White
επισημαίνει ότι η
επιρροή των παραδοσιακών
αυθεντιών της αγοράς
ενδέχεται να
περιορίζεται. Οι ιδιώτες
επενδυτές, έχοντας
αποκτήσει εμπειρία από
τις διαδοχικές
ανακάμψεις, βασίζονται
περισσότερο στη δική
τους κρίση και λιγότερο
στις προειδοποιήσεις
γνωστών διαχειριστών
κεφαλαίων.
Η στάση αυτή δεν είναι
κατ’ ανάγκη παράλογη. Οι
απαισιόδοξες προβλέψεις
μπορεί να αποδειχθούν
πρόωρες, ενώ η
προσπάθεια εντοπισμού
της κορυφής μιας
ανοδικής αγοράς είναι
εξαιρετικά δύσκολη. Από
την άλλη πλευρά, η
παρατεταμένη επιτυχία
μιας επενδυτικής
στρατηγικής δεν εγγυάται
ότι θα συνεχίσει να
αποδίδει με τον ίδιο
τρόπο.
Το πρόβλημα προκύπτει
όταν η εμπιστοσύνη
μετατρέπεται σε
αδιαφορία για τους
κινδύνους. Η υψηλή
έκθεση στις μετοχές
περιορίζει τα περιθώρια
άμυνας σε περίπτωση
απότομης διόρθωσης,
ιδίως εάν η μεταβολή των
προσδοκιών οδηγήσει
πολλούς επενδυτές να
επιχειρήσουν ταυτόχρονα
να μειώσουν τις θέσεις
τους.
Το βασικό ερώτημα για
τις αγορές
Τα σημερινά δεδομένα δεν
αποδεικνύουν ότι η
Wall
Street
βρίσκεται σε φούσκα ούτε
ότι μια μεγάλη πτώση
είναι αναπόφευκτη.
Δείχνουν, όμως, ότι η
επενδυτική έκθεση
παραμένει υψηλή, παρά
την αυξανόμενη ανησυχία
για τις οικονομικές
συνθήκες και τις
αποτιμήσεις.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν
είναι μόνο τι δηλώνουν
οι επενδυτές στις
δημοσκοπήσεις, αλλά το
πώς μεταφέρουν αυτές τις
απόψεις στις πραγματικές
τους τοποθετήσεις. Προς
το παρόν, οι αριθμοί
δείχνουν ότι η ανησυχία
δεν έχει οδηγήσει σε
ουσιαστική υποχώρηση της
έκθεσης στις μετοχές.
Η αισιοδοξία μπορεί να
συνεχίσει να στηρίζει
τις αγορές, όσο τα
εταιρικά κέρδη και οι
οικονομικές προοπτικές
δικαιολογούν τις
αποτιμήσεις. Αν, όμως, ο
πληθωρισμός παραμείνει
επίμονος, τα επιτόκια
κινηθούν υψηλότερα ή τα
κέρδη απογοητεύσουν, η
υψηλή συγκέντρωση
κεφαλαίων στις μετοχές
θα μπορούσε να ενισχύσει
την ένταση μιας πιθανής
διόρθωσης.
Για την ώρα, οι
προειδοποιήσεις των
γνωστών «bear»
της Wall
Street
δεν φαίνεται να έχουν
αλλάξει τη συμπεριφορά
των μικροεπενδυτών. Το
ερώτημα είναι εάν αυτή η
αυτοπεποίθηση αποτελεί
ένδειξη ανθεκτικότητας ή
εάν η αγορά έχει αρχίσει
να υποτιμά τους
κινδύνους που
συσσωρεύονται στο
παρασκήνιο.



|