|
Στελέχη της φορολογικής
διοίκησης τονίζουν ότι
στόχος δεν είναι απλώς η
καταγραφή μεμονωμένων
παραβάσεων, αλλά ο
εντοπισμός
επαναλαμβανόμενων
προτύπων συμπεριφοράς.
Κάθε νέο δεδομένο
επηρεάζει τη «βαθμολογία
κινδύνου» μιας
επιχείρησης, η οποία
ανανεώνεται συνεχώς και
καθορίζει την πιθανότητα
ελέγχου.
Τα βασικά σήματα
κινδύνου
Στο νέο σύστημα
αξιολόγησης, ιδιαίτερη
βαρύτητα έχουν:
Ασυμφωνίες μεταξύ
δηλωθέντων εσόδων και
στοιχείων από ψηφιακές
πλατφόρμες και συστήματα
πληρωμών.
Μη διασύνδεση POS
με ταμειακές μηχανές ή
συναλλαγές χωρίς
αντίστοιχη έκδοση
παραστατικού.
Μη διαβίβαση δεδομένων
στην πλατφόρμα
MYDATA
ή αποκλίσεις από
φορολογικές δηλώσεις.
Ελλιπής ή ασυνεπής
υποβολή φορολογικών
δηλώσεων.
Αλγοριθμικά εντοπισμένες
ανωμαλίες στον κύκλο
εργασιών ή αποκλίσεις
από τον μέσο όρο του
κλάδου.
Οι αλγόριθμοι ανάλυσης
κινδύνου συνδυάζουν τα
δεδομένα και εντοπίζουν
σύνθετα μοτίβα πιθανής
παραβατικότητας που δεν
είναι ορατά με
συμβατικούς ελέγχους.
Παράδειγμα στην
Ανατολική Αττική
Ενδεικτική εφαρμογή του
νέου μοντέλου αποτέλεσε
πρόσφατη επιχείρηση της
ΑΑΔΕ στην Ανατολική
Αττική, όπου ελέγχθηκαν
38 επιχειρήσεις εστίασης
και αναψυχής με βάση
ψηφιακά προφίλ κινδύνου.
Σε πάνω από τις μισές
διαπιστώθηκαν
παραβάσεις, ενώ
επιβλήθηκαν πρόστιμα και
σε ορισμένες περιπτώσεις
προσωρινή αναστολή
λειτουργίας.
Μετάβαση σε στοχευμένο
ψηφιακό έλεγχο
Το νέο πλαίσιο
σηματοδοτεί τη μετάβαση
σε ένα μοντέλο «έξυπνων»
φορολογικών ελέγχων,
όπου η ανάλυση δεδομένων
προηγείται και καθοδηγεί
τον επιτόπιο έλεγχο.
Στην ΑΑΔΕ εκτιμούν ότι
όσο διευρύνεται η
διασύνδεση των
πληροφοριακών συστημάτων
και αυξάνεται ο όγκος
των δεδομένων, τόσο θα
ενισχύεται η ακρίβεια
των ελέγχων, με στόχο
τον περιορισμό της
φοροδιαφυγής και τη
μείωση των τυχαίων
ελέγχων σε συνεπείς
φορολογούμενους.
|