|
Ο Phil
Blancato
από την Osaic
υπογράμμισε την
αβεβαιότητα που
επικρατεί, τονίζοντας
ότι, αν και πολλοί στη
Wall
Street
θεωρούν πως η αγορά
πλησιάζει στο τέλος της
πτώσης, κανείς δεν
μπορεί να το πει με
βεβαιότητα.
Οι βασικοί δείκτες
επιβεβαιώνουν το κλίμα:
ο Nasdaq
Composite
και ο Dow
Jones
Industrial
Average
εισήλθαν σε φάση
διόρθωσης, ενώ μαζί με
τον S&P
500 κατέγραψαν πέμπτη
συνεχόμενη εβδομαδιαία
πτώση. Την ίδια στιγμή,
το αμερικανικό αργό
πετρέλαιο επέστρεψε
κοντά στα 100 δολάρια
ανά βαρέλι.
Κεντρικός παράγοντας
αστάθειας παραμένει η
ροή ειδήσεων. Οι
επενδυτές κινούνται
μεταξύ δύο ακραίων
σεναρίων: από τη μία,
μια θετική εξέλιξη
—ακόμη και μια ανάρτηση
του Ντόναλντ Τραμπ στο
Truth
Social—
θα μπορούσε να
πυροδοτήσει ράλι· από
την άλλη, ένα πλήγμα σε
κρίσιμες ενεργειακές
υποδομές θα μπορούσε να
οδηγήσει σε νέα βίαιη
πτώση.
Πιο συγκρατημένη
εμφανίζεται η
Barclays,
η οποία εκτιμά ότι το
αρχικό σοκ του πολέμου
έχει ήδη απορροφηθεί από
τις αγορές. Σύμφωνα με
τον στρατηγικό αναλυτή
Anshul
Gupta,
τυχόν νέες πιέσεις θα
είναι πιο σταδιακές και
όχι τόσο έντονες όσο
στην αρχική φάση,
θυμίζοντας την πτωτική
πορεία του 2022.
Η τράπεζα θεωρεί ότι οι
μελλοντικές κινήσεις θα
καθοριστούν κυρίως από
τα οικονομικά δεδομένα,
με βασικό κίνδυνο τον
συνδυασμό υψηλού
πληθωρισμού και χαμηλής
ανάπτυξης — ένα σενάριο
στασιμοπληθωρισμού που
συνήθως οδηγεί σε ήπιες
αλλά παρατεταμένες
πτωτικές τάσεις.
Ο James
McCann
από την Edward
Jones
επισημαίνει ότι οι
πρώτες επιπτώσεις της
κρίσης είναι ήδη ορατές,
αναφέροντας στοιχεία της
S&P
Global
που δείχνουν αύξηση
τιμών και επιβράδυνση
της παραγωγής. Ιδιαίτερη
σημασία αποδίδεται στον
Δείκτη Τιμών Καταναλωτή
που θα ανακοινωθεί στις
10 Απριλίου, καθώς και
στα στοιχεία λιανικών
πωλήσεων που θα
δημοσιευτούν στις 21
Απριλίου.
Παράλληλα, στο επίκεντρο
βρίσκεται και η αγορά
κατοικίας, η οποία
επηρεάζεται έντονα από
την άνοδο των επιτοκίων.
Η απόδοση του 10ετούς
αμερικανικού ομολόγου
ξεπέρασε εκ νέου το
4,4%, αυξάνοντας το
κόστος δανεισμού.
Από την πλευρά της, η
Wells
Fargo
εκτιμά ότι η οικονομία
των Ηνωμένες Πολιτείες
είναι πιο ανθεκτική σε
ένα σοκ στις τιμές
ενέργειας σε σχέση με το
παρελθόν, χάρη στον ρόλο
της ως καθαρού εξαγωγέα
καυσίμων και στη
μικρότερη επιβάρυνση των
νοικοκυριών από τις
ενεργειακές δαπάνες.
Ανάλογη εκτίμηση
διατυπώνει και η
UBS,
η οποία θεωρεί ότι η
οικονομία θα μπορούσε
θεωρητικά να αντέξει
ακόμη και τιμές
πετρελαίου κοντά στα 200
δολάρια ανά βαρέλι.
Τέλος, ο Keith
Lerner
της Truist
Wealth
σημειώνει ότι οι
επενδυτές εστιάζουν
λιγότερο στα άμεσα
στοιχεία και περισσότερο
στις προοπτικές των
επόμενων μηνών,
διατηρώντας την προσοχή
τους τόσο στα οικονομικά
δεδομένα όσο και στις
εξελίξεις του πολέμου.
Συνολικά, η εικόνα
παραμένει αβέβαιη, με
τις αγορές να κινούνται
μεταξύ ελπίδας για
αποκλιμάκωση και φόβου
για νέες αναταράξεις,
ενώ ο πληθωρισμός και η
γεωπολιτική ένταση
συνεχίζουν να καθορίζουν
την κατεύθυνση.
|