|
Οι αποδόσεις των
κρατικών τίτλων έχουν
αυξηθεί αισθητά σε
μεγάλες οικονομίες,
σηματοδοτώντας το τέλος
της εποχής του
εξαιρετικά φθηνού
δανεισμού που
χαρακτήρισε τα χρόνια
μετά την κρίση του 2008.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες,
η απόδοση του 30ετούς
ομολόγου ξεπέρασε το 5%,
ενώ αντίστοιχες πιέσεις
καταγράφονται στην
Ιαπωνία και στη
Βρετανία, όπου οι αγορές
ανησυχούν για τα
αυξημένα δημοσιονομικά
ελλείμματα και τις νέες
δαπάνες για ενέργεια,
άμυνα και υποδομές.
Η παγκόσμια αγορά
ομολόγων, ύψους περίπου
145 τρισ. δολαρίων,
στέλνει πλέον σαφές
μήνυμα ότι οι
κυβερνήσεις δεν μπορούν
να συνεχίσουν επ’
αόριστον τη
χρηματοδότηση υψηλών
ελλειμμάτων χωρίς
αυξημένο κόστος. Οι
επενδυτές απαιτούν πλέον
υψηλότερες αποδόσεις
ώστε να αντισταθμίσουν
τόσο τον πληθωρισμό όσο
και τον κίνδυνο
περαιτέρω αύξησης
επιτοκίων.
Την ίδια στιγμή, οι
χρηματιστηριακές αγορές
εμφανίζουν εικόνα
έντονης αισιοδοξίας. Το
λεγόμενο «ασφάλιστρο
κινδύνου των μετοχών» —η
διαφορά μεταξύ της
αναμενόμενης απόδοσης
των μετοχών και των
κρατικών ομολόγων— έχει
υποχωρήσει σε ιστορικά
χαμηλά επίπεδα, εξέλιξη
που αρκετοί αναλυτές
θεωρούν προειδοποιητικό
σημάδι. Ιστορικά,
ανάλογες συνθήκες είχαν
προηγηθεί σημαντικών
διορθώσεων στις αγορές,
όπως στην περίοδο της
φούσκας των dot.com.
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα
εμφανίζεται ολοένα πιο
ανήσυχη. Στην τελευταία
Έκθεση Χρηματοπιστωτικής
Σταθερότητας, η ΕΚΤ
προειδοποίησε ότι οι
αγορές υποτιμούν
σοβαρούς γεωπολιτικούς,
πληθωριστικούς και
δημοσιονομικούς
κινδύνους, αφήνοντας
ανοιχτό το ενδεχόμενο
μιας απότομης
ανατιμολόγησης κινδύνου.
Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ,
Luis
de
Guindos,
σημείωσε ότι οι αγορές
παραμένουν ευάλωτες σε
έντονες διακυμάνσεις,
ιδιαίτερα λόγω της
αυξημένης συμμετοχής
hedge
funds
και άλλων μη τραπεζικών
χρηματοπιστωτικών
οργανισμών που μπορούν
να ενισχύσουν την
αστάθεια σε περίπτωση
αναταραχής.
Η νέα ενεργειακή κρίση
και ο πόλεμος στη Μέση
Ανατολή αποτελούν
επιπλέον πηγή ανησυχίας.
Η άνοδος των τιμών του
πετρελαίου αυξάνει τον
κίνδυνο νέου
πληθωριστικού σοκ, ενώ η
άνοδος των αποδόσεων στα
κρατικά ομόλογα
δημιουργεί πίεση στα
δημόσια οικονομικά, σε
μια περίοδο κατά την
οποία οι ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις αυξάνουν τις
δαπάνες για άμυνα,
ενεργειακή ασφάλεια και
επενδύσεις.
Παράλληλα, ολοένα
περισσότεροι
οικονομολόγοι
επαναφέρουν στο
προσκήνιο τη θεωρία του
Hyman
Minsky
για τη χρηματοπιστωτική
αστάθεια. Σύμφωνα με τη
θεωρία αυτή, οι
παρατεταμένες περίοδοι
αισιοδοξίας και ανόδου
των αγορών οδηγούν σε
υπερβολική ανάληψη
ρίσκου και αυξανόμενη
μόχλευση, μέχρι τη
στιγμή που μια ξαφνική
μεταβολή των προσδοκιών
πυροδοτεί κρίση.
Αρκετοί αναλυτές θεωρούν
ότι η σημερινή φρενίτιδα
γύρω από την τεχνητή
νοημοσύνη παρουσιάζει
ορισμένα χαρακτηριστικά
μιας νέας «στιγμής
Μίνσκι». Οι επενδύσεις
σε AI,
data
centers
και υποδομές αυξάνονται
με εκρηκτικούς ρυθμούς,
την ώρα που δεν είναι
ακόμη σαφές πότε και σε
ποιο βαθμό θα
μεταφραστούν σε βιώσιμη
και διατηρήσιμη
κερδοφορία.
Το βασικό ερώτημα για
τις αγορές πλέον είναι
αν η τεχνητή νοημοσύνη
θα δικαιολογήσει τις
σημερινές αποτιμήσεις ή
αν η τρέχουσα ευφορία
εξελιχθεί σε μια νέα
μεγάλη χρηματοπιστωτική
φούσκα. Αν η ανάπτυξη
επιβραδυνθεί, ο
πληθωρισμός παραμείνει
υψηλός και οι αποδόσεις
των ομολόγων συνεχίσουν
να αυξάνονται, τότε οι
επενδυτές ίσως
αναγκαστούν να
επανεκτιμήσουν απότομα
το πραγματικό επίπεδο
κινδύνου στις αγορές.
Και όπως έχει δείξει
επανειλημμένα η ιστορία
των χρηματοπιστωτικών
κρίσεων, οι περίοδοι
υπερβολικής αισιοδοξίας
σπάνια τελειώνουν ομαλά.
|