|
Το ερώτημα πλέον δεν
είναι μόνο εάν κάποιοι
Έλληνες επιστρέφουν.
Είναι εάν η
Αθήνα αρχίζει να αποκτά
τα χαρακτηριστικά ενός
νέου, μικρού αλλά
διεθνούς
χρηματοοικονομικού
κόμβου.
Αυτό το φαινόμενο
εξετάζει ο Λιονέλ Λοράν
σε άρθρο του στο
Bloomberg,
συνδέοντας την επιστροφή
επαγγελματιών και
κεφαλαίων με τη βελτίωση
της ελληνικής
οικονομίας, τα
φορολογικά κίνητρα και
την αλλαγή του διεθνούς
φορολογικού χάρτη.
Οι «Ιθακήσιοι» της
Alpha
Bank
Ένα χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι η
Alpha
Bank.
Ο επικεφαλής διαχείρισης
κινδύνων της τράπεζας,
Κωνσταντίνος
Σαραφόπουλος,
επέστρεψε στην Ελλάδα το
2021, ύστερα από
περισσότερα από 20
χρόνια στη Βρετανία, τα
17 από τα οποία
εργάστηκε στην
JPMorgan.
Σήμερα, στην
Alpha
Bank
υπάρχουν περίπου
120 στελέχη που έχουν
επιστρέψει από το
εξωτερικό. Η
ομάδα αυτή έχει
αποκτήσει μάλιστα το
ανεπίσημο προσωνύμιο
«Ιθακήσιοι», ως αναφορά
στην επιστροφή στην
Ελλάδα, και διαθέτει τη
δική της κοινότητα
επικοινωνίας.
Η Ελλάδα που συναντούν
όσοι επιστρέφουν δεν
είναι πλέον εκείνη της
προηγούμενης δεκαετίας.
Η οικονομία έχει αφήσει
πίσω της το μεγαλύτερο
μέρος της περιόδου
λιτότητας, η ψηφιοποίηση
έχει περιορίσει
σημαντικά τη
γραφειοκρατία και έχουν
δημιουργηθεί φορολογικά
κίνητρα για τον
επαναπατρισμό Ελλήνων
αλλά και την προσέλκυση
εύπορων ξένων.
Ακόμη και η αυξημένη
κυκλοφοριακή συμφόρηση
στην Αθήνα, όπως
παρατηρεί ο
Σαραφόπουλος, αποτελεί
κατά μία έννοια ένδειξη
της αυξημένης
οικονομικής
δραστηριότητας.
Το φορολογικό
πλεονέκτημα
Σημαντικό μέρος της
προσπάθειας προσέλκυσης
κεφαλαίων είναι το
ειδικό
φορολογικό πλαίσιο
που έχει δημιουργηθεί τα
τελευταία χρόνια.
Από το 2019, φυσικά
πρόσωπα υψηλής καθαρής
περιουσίας που
μεταφέρουν τη φορολογική
τους κατοικία στην
Ελλάδα μπορούν, υπό
συγκεκριμένες
προϋποθέσεις και με
επενδυτικές δεσμεύσεις,
να υπαχθούν σε καθεστώς
κατ’ αποκοπή
φόρου 100.000 ευρώ
ετησίως για
εισοδήματα που αποκτούν
στο εξωτερικό.
Παράλληλα, από το 2021
οι Έλληνες που
επιστρέφουν στη χώρα για
να εργαστούν μπορούν,
εφόσον πληρούν τις
προβλεπόμενες
προϋποθέσεις, να έχουν
φορολογική
απαλλαγή για το 50% του
εισοδήματός τους για
επτά χρόνια.
Τα κίνητρα αυτά αποκτούν
μεγαλύτερη σημασία σε
μια περίοδο κατά την
οποία άλλες ευρωπαϊκές
χώρες αναθεωρούν τα
αντίστοιχα προνόμια.
Η Ιταλία έχει αυξήσει
τον δικό της κατ’
αποκοπή φόρο, η
Πορτογαλία έχει
περιορίσει φορολογικές
παροχές, ενώ η Βρετανία
έχει καταργήσει το
παραδοσιακό καθεστώς των
non-doms,
που επί χρόνια
λειτουργούσε ως
σημαντικό κίνητρο για
την εγκατάσταση πλούσιων
αλλοδαπών στο Λονδίνο.
Μέχρι το 2024, εκτιμάται
ότι 213 άτομα
υψηλής καθαρής
περιουσίας είχαν
μεταφέρει τη φορολογική
τους κατοικία στην
Ελλάδα.
Από
το brain drain στο brain
regain
Η τάση, ωστόσο, δεν
αφορά μόνο τους πολύ
πλούσιους και τους
διαχειριστές κεφαλαίων.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι
το
brain
drain
της προηγούμενης
δεκαετίας αρχίζει να
αντιστρέφεται, έστω και
με αργούς ρυθμούς.
Το 2023, σύμφωνα με τα
επίσημα στοιχεία, οι
Έλληνες που επέστρεψαν
στη χώρα ξεπέρασαν
εκείνους που έφυγαν. Η
εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία αν αναλογιστεί
κανείς ότι κατά τη
διάρκεια της κρίσης
περίπου μισό εκατομμύριο
άνθρωποι, πολλοί από
αυτούς νέοι και υψηλής
κατάρτισης, εγκατέλειψαν
την Ελλάδα.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα
είναι η μεταβολή στα
κίνητρα επιστροφής.
Σύμφωνα με έκθεση του
ΟΟΣΑ για την ελληνική
διασπορά,
Έλληνες ηλικίας 30 και
40 ετών αναφέρουν πλέον
την επαγγελματική
προοπτική ως σημαντικό
λόγο επιστροφής,
και όχι αποκλειστικά την
οικογένεια ή την
ποιότητα ζωής.
Η αλλαγή αυτή συνδέεται
και με τη νέα εικόνα της
ελληνικής οικονομίας.
Οι τράπεζες έχουν αφήσει
πίσω τους την περίοδο
μαζικής διαχείρισης των
κόκκινων δανείων, ενώ
επενδύσεις σε
τεχνολογία, ενέργεια,
υποδομές και
χρηματοοικονομικές
υπηρεσίες δημιουργούν
περισσότερες θέσεις για
στελέχη υψηλής
εξειδίκευσης.
Η Αθήνα αποκτά
μεγαλύτερο επενδυτικό
βάρος
Η βελτίωση της
οικονομικής εικόνας
λειτουργεί παράλληλα ως
καταλύτης.
Η Ελλάδα τα τελευταία
χρόνια αναπτύσσεται
ταχύτερα από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης, η
ανεργία έχει υποχωρήσει
σημαντικά σε σχέση με
την περίοδο της κρίσης,
η δημοσιονομική εικόνα
έχει βελτιωθεί και η
χώρα έχει επιστρέψει
στην επενδυτική βαθμίδα.
Σημαντικό ορόσημο
αποτελεί πλέον και η
ένταξη της
ελληνικής
χρηματιστηριακής αγοράς
στις ανεπτυγμένες αγορές,
εξέλιξη που αυξάνει την
ορατότητα της Αθήνας
στους διεθνείς θεσμικούς
επενδυτές.
Το ζητούμενο για την
Ελλάδα είναι εάν όλα
αυτά μπορούν να
μετατραπούν σε
μόνιμο οικοσύστημα
προσέλκυσης ανθρώπων,
εταιρειών και κεφαλαίων.
Η δημογραφική γήρανση
κάνει την επιστροφή
εργαζομένων υψηλής
παραγωγικότητας ακόμη
πιο σημαντική, καθώς δεν
αρκεί πλέον μόνο η
αύξηση των επενδύσεων.
Χρειάζεται και ανθρώπινο
κεφάλαιο για να
υποστηρίξει την επόμενη
φάση ανάπτυξης.
Μπορεί η Αθήνα να γίνει
νέο hedge
fund
hub;
Η παρουσία του Κρις
Ρόκος και της
Millennium
θέτει ένα μεγαλύτερο
ερώτημα: μπορεί
η Αθήνα να δημιουργήσει
σταδιακά το δικό της
οικοσύστημα διαχείρισης
κεφαλαίων;
Η εγκατάσταση ενός
hedge
fund
δεν δημιουργεί θέσεις
μόνο μέσα στο ίδιο το
fund.
Δημιουργεί ζήτηση για
δικηγόρους, ελεγκτές,
λογιστές, συμβούλους,
εταιρείες τεχνολογίας,
ανθρώπους με εξειδίκευση
στις αγορές και ένα
ευρύτερο δίκτυο
επαγγελματικών
υπηρεσιών.
Με άλλα λόγια, μπορεί να
δημιουργήσει ένα
χρηματοοικονομικό
cluster,
ακόμη και αν η Αθήνα δεν
μπορεί να ανταγωνιστεί
σε μέγεθος το Λονδίνο ή
τη Νέα Υόρκη.
Το μοντέλο έχει
εμφανιστεί, σε
διαφορετική κλίμακα, σε
πόλεις όπως το Μαϊάμι
και το Ντουμπάι.
Η Αθήνα διαθέτει
ορισμένα από τα στοιχεία
που αναζητούν οι
διεθνείς επενδυτές και
επαγγελματίες: ευρωπαϊκό
θεσμικό πλαίσιο, κλίμα
και ποιότητα ζωής,
φορολογικά κίνητρα και
μια οικονομία που
παρουσιάζει μεγαλύτερη
σταθερότητα σε σχέση με
την προηγούμενη
δεκαετία.
Το μεγάλο μειονέκτημα
παραμένουν οι αμοιβές
Η εικόνα, πάντως, δεν
είναι χωρίς εμπόδια.
Η Αθήνα απέχει ακόμη
σημαντικά από τα μεγάλα
διεθνή χρηματοοικονομικά
κέντρα και οι
αμοιβές στην ελληνική
αγορά εργασίας
παραμένουν χαμηλότερες
από εκείνες που
προσφέρουν το Λονδίνο, η
Νέα Υόρκη ή άλλα μεγάλα
κέντρα.
Αυτό αποτελεί έναν από
τους σημαντικότερους
λόγους για τους οποίους
η επιστροφή Ελλήνων του
εξωτερικού δεν έχει
ακόμη λάβει μαζικές
διαστάσεις.
Έρευνα του 2025 που
επικαλείται ο ΟΟΣΑ
έδειξε ότι η πλειονότητα
των Ελλήνων του
εξωτερικού δεν σχεδιάζει
να επιστρέψει μέσα στα
επόμενα δύο χρόνια.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα
της διάρκειας
των φορολογικών κινήτρων.
Τα περισσότερα έχουν
συγκεκριμένο χρονικό
ορίζοντα, γεγονός που
δημιουργεί το ερώτημα
εάν η εγκατάσταση στην
Ελλάδα θα παραμείνει
ελκυστική όταν τα
φορολογικά οφέλη
περιοριστούν.
Την ίδια στιγμή, η
άνοδος των τιμών των
ακινήτων και το αυξημένο
κόστος στέγασης μπορούν
να δημιουργήσουν
κοινωνικές και πολιτικές
πιέσεις, ιδιαίτερα εάν η
εισροή υψηλών
εισοδημάτων συνδεθεί με
περαιτέρω άνοδο των
τιμών.
Το Λονδίνο δεν
απειλείται – αλλά το
τοπίο αλλάζει
Η νέα εικόνα δεν
σημαίνει ότι το Λονδίνο
χάνει τον ρόλο του ως
κορυφαίου
χρηματοοικονομικού
κέντρου.
Η βρετανική πρωτεύουσα
εξακολουθεί να διαθέτει
ένα τεράστιο οικοσύστημα
τραπεζών, hedge
funds,
επενδυτικών εταιρειών,
νομικών και
συμβουλευτικών
υπηρεσιών, το οποίο δεν
μπορεί να αναπαραχθεί
εύκολα.
Η αλλαγή του φορολογικού
καθεστώτος για τους
πλούσιους ξένους
κατοίκους, ωστόσο, έχει
δημιουργήσει ένα νέο
περιβάλλον και ανοίγει
χώρο για άλλες
ευρωπαϊκές πόλεις.
Η Αθήνα δεν είναι ακόμη
Λονδίνο. Ούτε βρίσκεται
κοντά στο να γίνει.
Αλλά η μεταφορά
φορολογικής κατοικίας
του Ρόκος, η παρουσία
της Millennium,
η επιστροφή στελεχών
όπως ο Σαραφόπουλος και
η δημιουργία μιας νέας
γενιάς επαγγελματιών που
επιστρέφουν στην Ελλάδα
δείχνουν ότι η
κατεύθυνση του ταξιδιού
δεν είναι πλέον
αποκλειστικά προς τα έξω.
Το κρίσιμο ερώτημα για
τα επόμενα χρόνια είναι
εάν αυτές οι μεμονωμένες
κινήσεις θα παραμείνουν
εξαιρέσεις ή εάν θα
αποτελέσουν τον πυρήνα
μιας ευρύτερης αλλαγής:
από το ελληνικό
brain
drain
σε ένα πραγματικό
brain
regain,
με την Αθήνα να
διεκδικεί μεγαλύτερο
ρόλο στον χάρτη των
διεθνών κεφαλαίων.
|