| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 

 

Τρίτη, 03/02/2026

           

 

 

Οι υψηλές αποτιμήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών λειτουργούν ταυτόχρονα ως επιβράβευση και ως περιορισμός για τις διοικήσεις τους. Από τη μία πλευρά αντανακλούν τη θεαματική βελτίωση της κερδοφορίας σε σχέση με την εποχή των μηδενικών επιτοκίων, από την άλλη όμως δυσχεραίνουν τη χρήση της κλασικής συνταγής αξιοποίησης πλεονάζοντος κεφαλαίου, δηλαδή των επαναγορών μετοχών. Το αποτέλεσμα είναι ότι ολοένα και περισσότερες μεγάλες τράπεζες φαίνεται να στρέφονται προς τις συγχωνεύσεις και εξαγορές ως εναλλακτική στρατηγική.

Όπως επισημαίνει η στήλη BreakingViews του Reuters, οι δέκα μεγαλύτερες τράπεζες του τραπεζικού δείκτη Stoxx, με βάση την κεφαλαιοποίησή τους, διαπραγματεύονται κατά μέσο όρο στις 1,6 φορές τη μελλοντική ενσώματη λογιστική αξία των επόμενων 12 μηνών. Πρόκειται για επίπεδα αποτίμησης τουλάχιστον τριπλάσια σε σχέση με εκείνα που επικρατούσαν πριν από πέντε χρόνια.

 

Σε αυτό το περιβάλλον, τα διαρκώς διευρυνόμενα προγράμματα επαναγοράς μετοχών καθίστανται δύσκολα να αιτιολογηθούν, σε αντίθεση με το παρελθόν όπου οι τραπεζικές μετοχές διαπραγματεύονταν με έντονο discount. Η οικονομική λογική άλλωστε υπαγορεύει ότι οι επαναγορές είναι πιο αποδοτικές όταν οι μετοχές είναι υποτιμημένες και όχι όταν βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.

Μια εναλλακτική οπτική είναι το κόστος ιδίων κεφαλαίων, δηλαδή η απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν τραπεζικές μετοχές. Ο δείκτης αυτός λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τη δυνητική αποτελεσματικότητα των επαναγορών. Σύμφωνα με το BreakingViews, το κόστος αυτό ανέρχεται περίπου στο 11% στην Ευρώπη και εκτιμάται ότι είναι χαμηλότερο από τις αποδόσεις που μπορούν να προκύψουν μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών, οι οποίες προσφέρουν επιπλέον περιθώρια για συνέργειες και εξοικονόμηση κόστους. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της BBVA, η οποία προέβαλε απόδοση κοντά στο 20% από την απόπειρα εξαγοράς της Banco de Sabadell.

Βεβαίως, οι διευθύνοντες σύμβουλοι παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στον κίνδυνο υπερβολικού τιμήματος σε ένα περιβάλλον αυξημένων κεφαλαιοποιήσεων. Ωστόσο, αυτός ο κίνδυνος μετριάζεται όταν οι συμφωνίες χρηματοδοτούνται με ανταλλαγή μετοχών και όχι με μετρητά. Η ανάγκη «αξιοποίησης» των υψηλών αποτιμήσεων ενδέχεται να εξηγεί και την άνοδο των εχθρικών προσεγγίσεων το τελευταίο διάστημα, όπως αυτές που επιχείρησαν η UniCredit και η BBVA. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η τάση μπορεί να συνεχιστεί: σύμφωνα με τη Visible Alpha, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι επαναγορές μετοχών θα πάψουν να αυξάνονται σε απόλυτους όρους μετά το 2026.

Στο προσκήνιο βρίσκονται ήδη πιθανά σενάρια νέων συμφωνιών. Η UniCredit ή η Credit Agricole θα μπορούσαν να ενδιαφερθούν για την ιταλική Banco BPM, αν και η πρόσφατη αποτυχία του Andrea Orcel ανέδειξε τις πολιτικές και θεσμικές δυσκολίες τέτοιων κινήσεων. Στην Ισπανία, η Unicaja Banco ενδέχεται να αποτελέσει στόχο για τη Sabadell ή τη Santander, με στόχο τη δημιουργία συνεργειών και τη μείωση κόστους. Παράλληλα, η ING και η Intesa Sanpaolo διαθέτουν υψηλές αποτιμήσεις και ισχυρή κεφαλαιακή βάση, αν και οι εγχώριες εξαγορές μπορεί να προσκρούσουν σε αυστηρούς κανόνες ανταγωνισμού.

Συνολικά, το περιβάλλον στην ευρωζώνη χαρακτηρίζεται από χαμηλότερα επιτόκια και ασθενείς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποκλειστική έμφαση στις επαναγορές μετοχών μοιάζει περισσότερο με ένδειξη στασιμότητας παρά με στρατηγική εξέλιξης. Όπως καταλήγει το BreakingViews, οι συγχωνεύσεις και εξαγορές ενέχουν ρίσκα, αλλά ίσως αποτελούν το πιο ρεαλιστικό μονοπάτι ανάπτυξης που έχουν στη διάθεσή τους πολλοί τραπεζικοί όμιλοι τη φετινή χρονιά.

 

Greek Finance Forum Team

 

 

Σχόλια Αναγνωστών

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 
   

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2024 Greek Finance Forum