|
Για τις αγορές, οι
εξελίξεις αυτές
αποτελούν ένδειξη ότι οι
οικονομικές συνέπειες
της κρίσης στη Μέση
Ανατολή και της
σύγκρουσης με το Ιράν
ενδέχεται να διαρκέσουν
περισσότερο από όσο
εκτιμάται σήμερα. Παρότι
οι χρηματιστηριακές
αγορές δείχνουν να έχουν
απορροφήσει μέρος των
ανησυχιών, ο κίνδυνος
ελλείψεων στα αεροπορικά
καύσιμα παραμένει
υπαρκτός, με πιθανές
επιπτώσεις στην
παγκόσμια κινητικότητα
και το διεθνές εμπόριο.
Η πίεση αποτυπώνεται ήδη
στις οικονομικές
επιδόσεις των
αεροπορικών εταιρειών
και στις προβλέψεις τους
για το υπόλοιπο του
έτους, εντείνοντας τους
προβληματισμούς για τη
βιωσιμότητα της
κερδοφορίας τους σε
περίπτωση παρατεταμένων
υψηλών τιμών καυσίμων.
Η United
Airlines
αναθεώρησε προς τα κάτω
τις προβλέψεις της για
το 2026, επικαλούμενη το
αυξημένο ενεργειακό
κόστος. Η εταιρεία
σχεδιάζει να περιορίσει
την ανάπτυξη της
χωρητικότητάς της κατά
5%, διατηρώντας στο
τέλος του έτους
δυναμικότητα από
αμετάβλητη έως οριακά
αυξημένη κατά 2%.
Παράλληλα, η
Alaska
Airlines
απέσυρε τις οικονομικές
της προβλέψεις για το
σύνολο του έτους,
επισημαίνοντας ότι το
κόστος καυσίμων αποτελεί
πλέον τον σημαντικότερο
βραχυπρόθεσμο παράγοντα
αβεβαιότητας. Η εταιρεία
εκτιμά ότι η τιμή των
καυσίμων θα φθάσει
περίπου τα 4,75 δολάρια
ανά γαλόνι τον Απρίλιο,
από μέσο όρο 2,98
δολάρια το πρώτο
τρίμηνο.
Αντίθετα, η Delta
Air
Lines
εμφανίστηκε πιο
καθησυχαστική στις
πρόσφατες ανακοινώσεις
αποτελεσμάτων της,
υποβαθμίζοντας τους
κινδύνους από την αύξηση
του κόστους καυσίμων.
Η κατάσταση θεωρείται
ακόμη πιο κρίσιμη στην
Ευρώπη, η οποία εισάγει
περίπου το 60% των
αεροπορικών καυσίμων της
από τη Μέση Ανατολή.
Μεγάλο μέρος αυτών των
προμηθειών διέρχεται από
τα Στενά του Ορμούζ, μια
ιδιαίτερα ευαίσθητη
γεωπολιτικά περιοχή.
Σύμφωνα με αναλυτές, τα
αποθέματα καυσίμων στο
Heathrow
Airport
έχουν μειωθεί σημαντικά
και ενδέχεται να
εξαντληθούν έως τον
Ιούλιο αν συνεχιστεί ο
ίδιος ρυθμός κατανάλωσης
και περιορισμού των
προμηθειών.
Η αγορά αεροπορικών
καυσίμων θεωρείται
ιδιαίτερα ευάλωτη σε
διαταραχές εφοδιασμού,
καθώς τα καύσιμα
αεροσκαφών αντιστοιχούν
σε μικρότερο ποσοστό
κάθε βαρελιού πετρελαίου
σε σχέση με άλλα
καύσιμα, ενώ τα
διυλιστήρια δεν μπορούν
εύκολα να αυξήσουν
γρήγορα την παραγωγή
τους.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η
σύγκρουση έχει ήδη
αφαιρέσει από την
παγκόσμια αγορά μεταξύ
650 και 850 εκατ.
βαρελιών πετρελαίου,
γεγονός που εντείνει τις
πιέσεις στην αγορά
καυσίμων αεροσκαφών,
ιδιαίτερα σε περιοχές
όπως η Ευρώπη που
εξαρτώνται από εισαγωγές
και διαθέτουν
περιορισμένη
διυλιστηριακή
δυναμικότητα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες,
οι τιμές των αεροπορικών
καυσίμων από περίπου
2,50 δολάρια ανά γαλόνι
στα τέλη Φεβρουαρίου
εκτοξεύθηκαν κοντά στα 5
δολάρια νωρίτερα μέσα
στον μήνα, πριν
αποκλιμακωθούν εκ νέου
προς τα 3,90 δολάρια.
Τα καύσιμα αποτελούν τη
δεύτερη μεγαλύτερη
δαπάνη για τις
αεροπορικές εταιρείες
μετά το εργατικό κόστος,
αντιπροσωπεύοντας
περίπου το 25%-30% των
συνολικών λειτουργικών
εξόδων τους.
Παρότι οι αεροπορικές
επιχειρούν να μειώσουν
την κατανάλωση μέσω
ανανέωσης των στόλων
τους με πιο αποδοτικά
αεροσκάφη, οι
καθυστερήσεις στις
παραδόσεις από τις
Boeing
και Airbus
επιβραδύνουν τη μετάβαση
αυτή, καθώς οι εκκρεμείς
παραγγελίες εκτείνονται
πλέον για αρκετά χρόνια.
|