|
Παράλληλα, το υψηλότερο
επιτοκιακό βάρος
συνοδεύεται και από
δυσκολότερη πρόσβαση σε
τραπεζική πίστωση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της έρευνας SAFE
(Survey
on
the
Access
to
Finance
of
Enterprises),
τα ποσοστά απόρριψης
δανειακών αιτήσεων στην
Ελλάδα είναι συστηματικά
υψηλότερα σε σχέση με
τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
της περιφέρειας της
Ευρωζώνης.
Η έκθεση διευκρινίζει
ότι ο σχετικός δείκτης
δεν περιλαμβάνει μόνο
τις καθαρά απορριφθείσες
αιτήσεις, αλλά και
περιπτώσεις μερικής
έγκρισης του αιτούμενου
ποσού, απόρριψης λόγω
υψηλού κόστους δανεισμού
ή ακόμη και μη υποβολής
αίτησης εξαιτίας του
φόβου απόρριψης.
Ωστόσο, για πρώτη φορά
από το 2010, η συνολική
διαθεσιμότητα τραπεζικών
κεφαλαίων στην Ελλάδα
κατά την περίοδο
2024–2025 φαίνεται να
υπερβαίνει τις ανάγκες
των επιχειρήσεων για
εξωτερική χρηματοδότηση,
εξέλιξη που δεν
παρατηρείται στον ίδιο
βαθμό στις λοιπές χώρες
της περιφέρειας της
Ευρωζώνης.
Υψηλότερα εμπόδια για
τις μικρομεσαίες
επιχειρήσεις
Παρά τη βελτίωση στη
ρευστότητα, οι ελληνικές
επιχειρήσεις
εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν
δυσμενέστερες συνθήκες
πρόσβασης σε τραπεζική
χρηματοδότηση σε σχέση
με τις αντίστοιχες
ευρωπαϊκές.
Η εκτιμώμενη πιθανότητα
εμφάνισης χρηματοδοτικών
εμποδίων στην Ελλάδα
διαμορφώνεται στο 19,9%
για την περίοδο
2022–2025, έναντι 14,8%
στις υπόλοιπες χώρες της
περιφέρειας της
Ευρωζώνης.
Το πρόβλημα είναι
εντονότερο στις πιο
ευάλωτες επιχειρήσεις.
Για τις πολύ μικρές
επιχειρήσεις, η
πιθανότητα
χρηματοδοτικών
περιορισμών φτάνει το
57%, έναντι 28,7% στον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αντίστοιχα, για τις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις
διαμορφώνεται στο 42,6%
στην Ελλάδα, έναντι
19,9% στην Ευρωζώνη της
περιφέρειας.
Η «απροθυμία» των
τραπεζών και οι αιτίες
του χρηματοδοτικού κενού
Σημαντικός παράγοντας
για την εικόνα αυτή
είναι και η
αντιλαμβανόμενη
απροθυμία των τραπεζών
να χορηγήσουν δάνεια.
Στην Ελλάδα, το σχετικό
ποσοστό ανέρχεται στο
62,4%, έναντι 49% στις
λοιπές χώρες της
περιφέρειας της
Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με το ΓΠΒ, αυτό
συνδέεται με τη
μεγαλύτερη αβεβαιότητα
ως προς την πιστοληπτική
ικανότητα των
επιχειρήσεων, την
περιορισμένη
διαθεσιμότητα
οικονομικών στοιχείων
και τις συχνά ανεπαρκείς
εξασφαλίσεις που
διαθέτουν οι μικρότερες
εταιρείες.
Παράλληλα, η χαμηλή
προθυμία των τραπεζών
επιβαρύνει περαιτέρω την
πιθανότητα εμφάνισης
χρηματοδοτικών εμποδίων,
εντείνοντας τις «τριβές»
στην πρόσβαση σε
κεφάλαια.
Επιπτώσεις στην ανάπτυξη
και τις επενδύσεις
Το ΓΠΒ τονίζει ότι το
χρηματοδοτικό κενό
–δηλαδή η απόσταση
μεταξύ χρηματοδοτικών
αναγκών και διαθέσιμων
τραπεζικών κεφαλαίων–
επηρεάζει άμεσα τις
επενδυτικές αποφάσεις
των επιχειρήσεων και,
κατ’ επέκταση, τον ρυθμό
ανάπτυξης.
Παρά τη βελτίωση των
τελευταίων ετών και τη
μεγαλύτερη διαθεσιμότητα
ρευστότητας, οι
ελληνικές επιχειρήσεις
συνεχίζουν να
αντιμετωπίζουν
εντονότερες
χρηματοδοτικές δυσκολίες
σε σχέση με τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η
εικόνα αυτή συνδέεται,
σύμφωνα με την έκθεση,
και με χαμηλότερη
επενδυτική δραστηριότητα
στην Ελλάδα.
Προτάσεις πολιτικής
Το ΓΠΒ προτείνει μια
σειρά παρεμβάσεων για τη
βελτίωση της πρόσβασης
των ΜμΕ στη
χρηματοδότηση, μεταξύ
των οποίων:
Ενίσχυση του
ανταγωνισμού στο
τραπεζικό σύστημα μέσω
εφαρμογής των ευρωπαϊκών
κανόνων και ενίσχυσης
των εποπτικών
μηχανισμών.
Ενθάρρυνση της
λειτουργίας μικρότερων
τραπεζικών σχημάτων με
εξειδίκευση στη
χρηματοδότηση
μικρομεσαίων
επιχειρήσεων.
Επιτάχυνση της
τραπεζικής ένωσης και
της ένωσης κεφαλαιαγορών
στην Ευρωζώνη.
Μεγαλύτερη συμμετοχή
ευρωπαϊκών θεσμών, όπως
η
Ευρωπαϊκή Τράπεζα
Επενδύσεων, στη
δημιουργία
χρηματοδοτικών εργαλείων
για μικρές επιχειρήσεις.
Ανάπτυξη εναλλακτικών
μορφών χρηματοδότησης,
όπως peer-to-peer
lending,
venture
capital
και ιδιωτικές
τοποθετήσεις.
Στοχευμένη στήριξη
νεοφυών και καινοτόμων
επιχειρήσεων που
βασίζονται σε άυλο
κεφάλαιο και δεν
διαθέτουν επαρκείς
εξασφαλίσεις.
Σύμφωνα με την έκθεση, η
ενίσχυση των
εναλλακτικών πηγών
χρηματοδότησης μπορεί να
συμβάλει ουσιαστικά στη
μείωση του
χρηματοδοτικού κενού και
στην ενίσχυση της
αναπτυξιακής δυναμικής
των μικρομεσαίων
επιχειρήσεων στην
Ελλάδα.
|