|
Η
επενδυτική διάθεση των
μικρομεσαίων
επιχειρήσεων είχε ήδη
ενισχυθεί πριν από την
κλιμάκωση της κρίσης στη
Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με
την έρευνα, περίπου το
ένα τέταρτο του τομέα
των ΜμΕ σχεδίαζε αύξηση
των επενδύσεών του σε
σχέση με το προηγούμενο
εξάμηνο. Ιδιαίτερα
έντονη εμφανίζεται η
κινητικότητα στον κλάδο
των κατασκευών, όπου το
38% των επιχειρήσεων
δηλώνει πρόθεση
ενίσχυσης της
επενδυτικής
δραστηριότητας, ποσοστό
σημαντικά υψηλότερο από
το 20% έως 30% που
καταγράφεται στους
υπόλοιπους κλάδους.
Η
τάση αυτή συμβαδίζει με
τη βελτίωση των
προσδοκιών για τη ζήτηση
στον κλάδο των
κατασκευών. Ο σχετικός
δείκτης εμπιστοσύνης
ενισχύθηκε κατά 21
μονάδες το δεύτερο
εξάμηνο του 2025, ενώ
για το σύνολο των
μικρομεσαίων
επιχειρήσεων η άνοδος
περιορίστηκε μόλις σε
μία μονάδα.
Η
αυξημένη επενδυτική
διάθεση στις κατασκευές
αντανακλά σε μεγάλο
βαθμό την προσπάθεια του
κλάδου να ανακάμψει μετά
από μια παρατεταμένη
περίοδο χαμηλής
δραστηριότητας που
ακολούθησε την
οικονομική κρίση. Τα
στοιχεία της τελευταίας
εξαετίας δείχνουν σαφή
ενίσχυση της ζήτησης.
Συγκεκριμένα, την
περίοδο 2019-2025 οι
επενδύσεις σε
κατασκευαστικά έργα
αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο
ρυθμό 14% σε όρους
όγκου, έναντι 8% για τις
υπόλοιπες επενδύσεις της
οικονομίας. Παρά τη
σημαντική αυτή άνοδο, η
απόσταση από τα προ
κρίσης επίπεδα παραμένει
αισθητή, αν και έχει
περιοριστεί στο 50% το
2025 από 77% το 2019.
Οι
επενδύσεις αυτές
μεταφράζονται σε
ισχυρότερη ζήτηση για
τον κλάδο, με μέσο
ετήσιο ρυθμό αύξησης 8%,
τη στιγμή που το
υπόλοιπο επιχειρηματικό
περιβάλλον κινείται με
ρυθμό περίπου 2%.
Παράλληλα, ο όγκος των
ανεκτέλεστων έργων
καταγράφει ιδιαίτερα
υψηλή άνοδο, της τάξης
του 23% ετησίως, γεγονός
που ενισχύει την εικόνα
διατηρήσιμης ζήτησης για
τα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, η επενδυτική
δυναμική δεν
μεταφράζεται πάντα άμεσα
σε υλοποίηση έργων. Η
έρευνα επισημαίνει ότι
περισσότεροι από τους
μισούς επιχειρηματίες
του κλάδου που
σχεδιάζουν επενδύσεις
βρίσκονται ακόμη σε
αρχικό στάδιο
διερεύνησης, ποσοστό
σημαντικά υψηλότερο σε
σχέση με λιγότερο από το
ένα τρίτο που
καταγράφεται στους
υπόλοιπους κλάδους.
Παράλληλα, η αυξημένη
διάθεση για επενδύσεις
σε φυσικό κεφάλαιο
συνοδεύεται και από
μεγαλύτερη έμφαση στο
ανθρώπινο κεφάλαιο,
δημιουργώντας
προϋποθέσεις για
βελτίωση της
παραγωγικότητας – ένα
πεδίο στο οποίο η Ελλάδα
εξακολουθεί να υστερεί
περίπου κατά 40% σε
σχέση με τον μέσο όρο
της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η
έρευνα δείχνει ότι οι
ελληνικές μικρομεσαίες
επιχειρήσεις στρέφονται
ολοένα και περισσότερο
σε στρατηγικές που
συνδυάζουν τεχνολογικές
επενδύσεις με την
αναβάθμιση των
δεξιοτήτων του
ανθρώπινου δυναμικού.
Περίπου το 56% των
επιχειρήσεων δίνει
προτεραιότητα στην
αύξηση της
παραγωγικότητας μέσω της
εκπαίδευσης των
εργαζομένων, σε
συνδυασμό με τη βελτίωση
των εσωτερικών
διαδικασιών και των
τεχνολογικών υποδομών.
Η
ανάγκη αυτή εντείνεται
από τις δυσκολίες που
αντιμετωπίζουν οι
επιχειρήσεις στην εύρεση
κατάλληλου προσωπικού.
Το 2025 περίπου το 60%
των μικρομεσαίων
επιχειρήσεων δηλώνει ότι
δυσκολεύεται να καλύψει
θέσεις εργασίας, έναντι
περίπου 50% το 2023. Ως
αποτέλεσμα, η εκπαίδευση
και η ανάπτυξη
δεξιοτήτων
αναδεικνύονται πλέον σε
βασική επενδυτική
προτεραιότητα, αμέσως
μετά τις ψηφιακές
επενδύσεις, τόσο για την
ενίσχυση του υπάρχοντος
ανθρώπινου δυναμικού όσο
και για την προσέλκυση
νέων εργαζομένων.
Η
τάση αυτή εμφανίζεται
ακόμη πιο έντονη στον
κλάδο των κατασκευών,
όπου η ανάπτυξη
δεξιοτήτων αναδεικνύεται
πλέον σε κορυφαία
επενδυτική
προτεραιότητα. Περίπου
το ένα τρίτο των
κατασκευαστικών
επιχειρήσεων σχεδιάζει
προγράμματα κατάρτισης
εργαζομένων, έναντι
περίπου ενός πέμπτου
στους υπόλοιπους
κλάδους. Αξιοσημείωτο
είναι ότι σχεδόν οι
μισές από αυτές τις
επιχειρήσεις προχωρούν
για πρώτη φορά σε
τέτοιες δράσεις, γεγονός
που υποδηλώνει σταδιακή
αλλαγή κουλτούρας στο
ελληνικό επιχειρηματικό
περιβάλλον, με αιχμή
έναν από τους πιο
κρίσιμους κλάδους της
οικονομίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση
της Εθνικής Τράπεζας, η
αυξημένη επενδυτική
κινητοποίηση των
επιχειρήσεων δημιουργεί
μια ισχυρή βάση για την
επόμενη φάση ανάπτυξης
της οικονομίας. Το
βασικό ζητούμενο πλέον
είναι η ενίσχυση της
ικανότητας υλοποίησης
των επενδύσεων. Αυτό
προϋποθέτει
συντονισμένες
παρεμβάσεις σε δύο
βασικούς άξονες: την
συστηματική αναβάθμιση
των δεξιοτήτων του
ανθρώπινου δυναμικού,
ώστε να μπορεί να
ανταποκριθεί σε πιο
σύνθετα έργα, και την
ταχύτερη ωρίμανση των
επενδυτικών σχεδίων μέσω
περιορισμού της
γραφειοκρατίας και
ενίσχυσης της τεχνικής
υποστήριξης προς τις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις.
Εφόσον οι γεωπολιτικές
εντάσεις στην περιοχή
αποκλιμακωθούν χωρίς να
δημιουργηθεί
παρατεταμένη
αβεβαιότητα, η σημερινή
επενδυτική δυναμική
μπορεί να αποκτήσει
μεγαλύτερο βάθος και
διάρκεια, συμβάλλοντας
ουσιαστικά στη θωράκιση
της αναπτυξιακής πορείας
της ελληνικής
οικονομίας.
|