|
Αν και η
απόφαση του Αρείου Πάγου
δεν έχει καθαρογραφεί, ο
επανυπολογισμός ενός
σημαντικού τμήματος των
κόκκινων δανείων που
δημιουργήθηκαν μέσα στην
κρίση προκαλεί ισχυρούς
κραδασμούς σε τράπεζες,
funds και εταιρείες
διαχείρισης απαιτήσεων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο
έκρινε ότι το επιτόκιο
πρέπει να υπολογίζεται
επί της μηνιαίας δόσης
και όχι επί του
συνολικού άληκτου
κεφαλαίου, βάζοντας
τέλος σε μια πρακτική
που επιβάρυνε υπέρμετρα
τους δανειολήπτες και
αλλοίωνε, όπως κρίθηκε,
τον κοινωνικό και
προστατευτικό χαρακτήρα
του νόμου. Η απόφαση
αφορά εκατοντάδες
χιλιάδες φυσικά πρόσωπα
και πρώτες κατοικίες,
ανοίγοντας ταυτόχρονα
τον δρόμο για μαζικές
διεκδικήσεις επιστροφής
χρημάτων και
επανακαθορισμό των
οφειλών, ενώ σημαντικό
εκτιμάται ότι θα είναι
το οικονομικό κόστος και
για το χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Η μείωση
των τόκων
Ενδεικτικό της διαφοράς
που δημιουργείται από
τις δύο διαφορετικές
μεθόδους υπολογισμού
είναι ότι για ένα δάνειο
100.000 ευρώ με επιτόκιο
3% και διάρκεια
αποπληρωμής 20 χρόνια, ο
εκτοκισμός στο σύνολο
του κεφαλαίου ανεβάζει
τη συνολική οφειλή στα
135.000 ευρώ και τη
μηνιαία δόση στα 560
ευρώ περίπου. Ο
εκτοκισμός μόνο της
δόσης θα περιόριζε
δραστικά τους τόκους που
θα επιβαρυνόταν το ίδιο
δάνειο, αφού θα είχε
δόση 416 ευρώ τον μήνα
και μόλις 12,5 ευρώ
τόκους ανά δόση, δηλαδή
συνολικά 3.000 ευρώ
τόκους για όλη τη
διάρκεια της 20ετούς
αποπληρωμής. Το σκεπτικό
πίσω από την απόφαση του
Αρείου Πάγου ήταν ότι ο
νομοθέτης στο πλαίσιο
του 3869 (νόμος Κατσέλη)
προστάτευε την πρώτη
κατοικία έπειτα από
«κούρεμα» της οφειλής
στο επίπεδο της
εμπορικής αξίας του
ακινήτου. Ετσι, εάν
κάποιος χρωστούσε π.χ.
150.000 ευρώ και η αξία
της πρώτης κατοικίας
τους ήταν 100.000 ευρώ,
μπορούσε στο πλαίσιο της
πτώχευσης να πετύχει
μείωση της οφειλής κατά
50.000 ευρώ. Το υπόλοιπο
της οφειλής των 100.000
ευρώ ρυθμιζόταν για έως
και 20 χρόνια με
ορισμένη δόση –στη
συγκεκριμένη περίπτωση
416 ευρώ τον μήνα– η
οποία επιβαρυνόταν με το
συμβατικό επιτόκιο ενός
κοινού στεγαστικού
δανείου.
Πώς
χρέωναν οι τράπεζες
Η
πρακτική που
ακολουθήθηκε από τις
τράπεζες και τα funds
ήταν ο επανυπολογισμός
της οφειλής των 100.000
ευρώ, ως ένα νέο
τοκοχρεολυτικό δάνειο.
Με τον τρόπο αυτό
αυξήθηκε τόσο το
συνολικό ποσό της
οφειλής, αφού το
«κουρεμένο» δάνειο
εκτοκίστηκε, όσο φυσικά
και η μηνιαία δόση πάνω
από το επίπεδο που όρισε
το δικαστήριο όταν ο
οφειλέτης ρύθμισε την
οφειλή του. Με δεδομένο
ότι στα τοκοχρεολυτικά
δάνεια ο οφειλέτης
καταβάλλει τα πρώτα
χρόνια περισσότερους
τόκους παρά κεφάλαιο, η
άνοδος των επιτοκίων
μεταξύ 2022-2024 ήρθε να
αυξήσει περαιτέρω τις
μηνιαίες δόσεις αυτών
των δανείων,
δημιουργώντας τις
συνθήκες για την
αμφισβήτηση του
τοκοχρεολυτικού
χαρακτήρα του δανείου. Η
εξέλιξη αυτή οδήγησε σε
μαζικές προσφυγές, με
συνέπεια τα πρωτοβάθμια
δικαστήρια της χώρας να
καταφύγουν στην
Ολομέλεια του Αρείου
Πάγου, προκειμένου να
κρίνει αμετάκλητα το
θέμα, δίνοντας τέλος
στην ανασφάλεια δικαίου
που έχει δημιουργηθεί.
Η
αμφισβήτηση στηρίχθηκε
στο άρθρο 9 του νόμου
Κατσέλη που προβλέπει
ότι «η εξυπηρέτηση της
οφειλής γίνεται με
επιτόκιο που δεν
υπερβαίνει αυτό της
ενήμερης οφειλής ή το
μέσο επιτόκιο
στεγαστικού δανείου με
κυμαινόμενο επιτόκιο που
ισχύει κατά τον
τελευταίο μήνα για τον
οποίο υφίσταται μέτρηση,
αναπροσαρμοζόμενο με
επιτόκιο αναφοράς αυτό
των πράξεων κύριας
αναχρηματοδότησης της
ΕΚΤ». Σύμφωνα με το ίδιο
άρθρο, «για τον
προσδιορισμό της
περιόδου τοκοχρεολυτικής
εξόφλησης της οριζόμενης
συνολικής οφειλής
λαμβάνεται υπόψη το
συνολικό ύψος της
οφειλής και η οικονομική
δυνατότητα του
οφειλέτη», διάταξη που
σύμφωνα με τις τράπεζες
είναι σαφής ως προς τον
τρόπο εκτοκισμού,
παραπέμποντας σε
τοκοχρεολυτική εξόφληση
της συνολικής οφειλής.
Το Ανώτατο Δικαστήριο
έκρινε διαφορετικά.
Σύμφωνα
με τους υπολογισμούς των
servicers που
διαχειρίζονται πλέον
αυτά τα δάνεια, το
κόστος από την ανατροπή
της μέχρι σήμερα πάγιας
πρακτικής υπολογίζεται
σε 1,3 δισ. ευρώ. Με
δεδομένο ότι τα δάνεια
αυτά έχουν τιτλοποιηθεί
μέσω του μηχανισμού
κρατικών εγγυήσεων του
«Ηρακλή», η ανατροπή του
τρόπου εκτοκισμού τους
συμπαρασύρει σε ανατροπή
των επιχειρησιακών
σχεδίων που έχουν
συμφωνηθεί στο πλαίσιο
των τιτλοποιήσεων και
σύμφωνα με κάποιες
εκτιμήσεις μπορεί να
επιφέρει ακόμη και
κατάπτωση των κρατικών
εγγυήσεων. Τραπεζικοί
κύκλοι δεν κρύβουν
άλλωστε την ανησυχία
τους για το ενδεχόμενο
εκτός από τους
δανειολήπτες του νόμου
Κατσέλη, αντίστοιχες
διεκδικήσεις να εγείρουν
και άλλες κατηγορίες
οφειλετών, όπως π.χ.
όσοι εντάσσονται στον
εξωδικαστικό μηχανισμό,
που επίσης θεωρούνται
«θύματα» της κρίσης. Ενα
τέτοιο ενδεχόμενο δεν
μπορεί να αποκλειστεί,
αλλά όπως εξηγούν
αρμόδιες πηγές, η
πραγματική επίπτωση θα
πρέπει να αξιολογηθεί
αφού μελετηθεί η απόφαση
του Αρείου Πάγου.
Σύμφωνα με τις ίδιες
πηγές, ο υπολογισμός του
επιτοκίου στη μηνιαία
δόση ακυρώνει εντέλει
την αξία του χρήματος
στη διάρκεια του χρόνου
και οδηγεί ουσιαστικά σε
άτοκο δανεισμό. Αυτή η
παραδοχή σημαίνει ότι ο
δανειστής δεν θα
αμείβεται για το
κεφάλαιο που έχει
δεσμεύσει και εάν και
εφόσον επικρατήσει ως
κουλτούρα έστω και για
τους ευάλωτους
οφειλέτες, μπορεί να
οδηγήσει ακόμη και σε
περιορισμό της
πιστωτικής επέκτασης
είτε με τη μορφή
αυξημένων εγγυήσεων,
είτε ακόμη και με
κλείσιμο της κάνουλας
των δανείων από την
πλευρά του τραπεζικού
συστήματος.
|