|
Οι δήμοι κατηγορούν τις
τράπεζες ότι προχώρησαν
σε συντονισμένο
καθορισμό επιτοκίων στην
αγορά δημοτικών
ομολόγων, διογκώνοντας
τεχνητά το κόστος
δανεισμού. Στο επίκεντρο
της υπόθεσης βρίσκονται
τα ομόλογα κυμαινόμενου
επιτοκίου (VRDO),
ένα χρηματοδοτικό
εργαλείο που
χρησιμοποιείται ευρέως
από τοπικές αρχές για τη
χρηματοδότηση δημόσιων
έργων.
Σύμφωνα με τους
ενάγοντες, οι τράπεζες
όφειλαν να προσαρμόζουν
τα επιτόκια σε
ανταγωνιστικά επίπεδα,
ώστε τα ομόλογα να
διατηρούνται κοντά στην
ονομαστική τους αξία.
Αντίθετα, φέρονται να τα
διαμόρφωναν υψηλότερα,
αυξάνοντας την
ελκυστικότητά τους για
τους επενδυτές και
περιορίζοντας τον
κίνδυνο να παραμείνουν
στους ισολογισμούς τους.
Πέραν των δύο
μεγαλύτερων τραπεζών, η
αγωγή στρέφεται και κατά
των Citigroup,
Morgan
Stanley,
Goldman
Sachs,
Barclays,
Royal
Bank
of
Canada
και Wells
Fargo.
Παρά την εξέλιξη αυτή, η
υπόθεση ενδέχεται να
οδηγηθεί σε εξωδικαστικό
συμβιβασμό. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις αναλυτών του
Bloomberg
Intelligence,
το ποσό θα μπορούσε να
διαμορφωθεί γύρω στα 770
εκατ. δολάρια, με τη
μεγαλύτερη έκθεση να
βαραίνει τη Bank
of
America
και την JPMorgan
Chase.
Παράλληλα, οι τράπεζες
αντιμετωπίζουν
ξεχωριστές αγωγές σε
πολιτειακά δικαστήρια,
οι οποίες βασίζονται
στον Νόμο περί Ψευδών
Αξιώσεων των ΗΠΑ και θα
μπορούσαν να οδηγήσουν
σε πρόσθετους
συμβιβασμούς ύψους έως
400 εκατ. δολαρίων.
Η υπόθεση αναμένεται να
αποτελέσει σημείο
αναφοράς για τη
λειτουργία της αγοράς
δημοτικών ομολόγων, αλλά
και για τα όρια του
ανταγωνισμού στον
χρηματοπιστωτικό τομέα.
|