Η
Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης με αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης, σύμφωνα
με τα τελευταία στοιχεία, ωστόσο αρκετοί
οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η εικόνα αυτή δεν
αποτυπώνει πλήρως την πραγματική κατάσταση της
οικονομίας. Πίσω από το παράδοξο των αρνητικών
αποταμιεύσεων, παρά την αύξηση των τραπεζικών
καταθέσεων και του ιδιωτικού πλούτου, φαίνεται
να κρύβεται η εκτεταμένη παραοικονομία.
Σύμφωνα με στοιχεία του OECD,
η Ελλάδα κατέγραψε ποσοστό αποταμίευσης -9,3%,
όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης
διαμορφώθηκε στο 8,1%. Αντίστοιχα, τα στοιχεία
της Eurostat
δείχνουν ποσοστό -2,51% για το 2024, έναντι
15,5% στην Ευρωζώνη και 14,36% στην Ε.Ε.
Παρά τα στοιχεία αυτά, αρκετοί οικονομολόγοι
αμφισβητούν ότι τα ελληνικά νοικοκυριά
καταναλώνουν επί σειρά ετών περισσότερο από όσα
εισπράττουν. Όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος
DimitrisMalliaropoulos,
εάν η αρνητική αποταμίευση αντανακλούσε πλήρως
την πραγματικότητα για περισσότερο από μία
δεκαετία, θα έπρεπε να έχει καταγραφεί σημαντική
μείωση του ιδιωτικού πλούτου και των τραπεζικών
καταθέσεων, κάτι που δεν συμβαίνει.
Κεντρικό ρόλο στη
συζήτηση διαδραματίζει η
παραοικονομία. Η
αποταμίευση υπολογίζεται
ως η διαφορά μεταξύ
διαθέσιμου εισοδήματος
και κατανάλωσης. Εάν ένα
σημαντικό μέρος του
εισοδήματος δεν
δηλώνεται, τότε το
πραγματικό εισόδημα
υποεκτιμάται και κατ’
επέκταση υποεκτιμάται
και η αποταμίευση.
Εκτιμήσεις τοποθετούν
την παραοικονομία
στην Ελλάδα μεταξύ 20,9%
και 36% του ΑΕΠ, δηλαδή
σε εύρος 50 έως 90 δισ.
ευρώ ετησίως.
Παράλληλα, ένα μεγάλο
μέρος των αδήλωτων
εισοδημάτων δεν
κατευθύνεται στο
τραπεζικό σύστημα αλλά
στην κατανάλωση ή σε
επενδύσεις που
πραγματοποιούνται εκτός
του επίσημου οικονομικού
κυκλώματος, όπως η αγορά
ή ανακαίνιση ακινήτων.
Αυτό εξηγεί γιατί οι
τραπεζικές καταθέσεις
και οι επενδύσεις σε
ακίνητα μπορούν να
αυξάνονται, ενώ οι
επίσημες στατιστικές
εμφανίζουν αρνητική
αποταμίευση.
Ο επικεφαλής
οικονομολόγος της
Eurobank,
Tasos
Anastasatos,
υπογραμμίζει ότι το
χαμηλό επίπεδο
αποταμίευσης αποτελεί
διαρθρωτικό πρόβλημα για
την ελληνική οικονομία,
καθώς περιορίζει τη
δυνατότητα
χρηματοδότησης
επενδύσεων από εγχώριους
πόρους και αυξάνει την
εξάρτηση από ξένα
κεφάλαια. Σύμφωνα με τον
ίδιο, εκτός από την
παραοικονομία, σημαντικό
ρόλο παίζουν η μεγάλη
συμμετοχή
αυτοαπασχολούμενων στην
αγορά εργασίας, η υψηλή
φορολογική
επιβάρυνση της εργασίας,
η απουσία ισχυρών
κινήτρων για
συνταξιοδοτική
αποταμίευση και τα
χαμηλά επιτόκια
καταθέσεων.
Η γενική εικόνα που
προκύπτει είναι ότι το
πραγματικό ποσοστό
αποταμίευσης των
ελληνικών νοικοκυριών
πιθανότατα είναι
υψηλότερο από αυτό που
καταγράφουν οι επίσημες
στατιστικές, αλλά
εξακολουθεί να
υπολείπεται σημαντικά
των ευρωπαϊκών επιπέδων.
Γι’ αυτό και οι
οικονομολόγοι θεωρούν
ότι η ενίσχυση της
αποταμίευσης, μέσω
φορολογικών κινήτρων,
χρηματοοικονομικής
εκπαίδευσης και
περιορισμού της
παραοικονομίας, αποτελεί
κρίσιμη προϋπόθεση για
τη διατηρήσιμη ανάπτυξη
της ελληνικής
οικονομίας.