|
Η
εξέλιξη αυτή συνδέεται
άμεσα με τις χαμηλές
αποδόσεις που προσφέρουν
οι τράπεζες, οι οποίες,
διαθέτοντας υψηλή
ρευστότητα, δεν έχουν
κίνητρο να αυξήσουν τα
επιτόκια καταθέσεων.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με
τα πιο πρόσφατα στοιχεία
της ΤτΕ, τον Δεκέμβριο
του 2025 τα επιτόκια για
καταθέσεις με
συμφωνημένη διάρκεια έως
ένα έτος διαμορφώθηκαν
στο 1,09% για νέες και
στο 1,16% για
υφιστάμενες καταθέσεις,
έναντι 1,7% το τέταρτο
τρίμηνο του 2024.
Την ίδια
στιγμή, οι επενδύσεις
αναδεικνύονται σε
ελκυστική εναλλακτική,
προσφέροντας σαφώς
υψηλότερες αποδόσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι
πλήθος fintech
πλατφορμών, αλλά και
τράπεζες και neobanks,
έχουν ενσωματώσει
επενδυτικά και
αποταμιευτικά προϊόντα
στα ψηφιακά τους
οικοσυστήματα,
επιτρέποντας στους
χρήστες να τοποθετούν τα
κεφάλαιά τους εύκολα και
με ασφάλεια μέσα από το
κινητό τους.
Ως
αποτέλεσμα, τόσο
αποταμιευτές με
σημαντικά διαθέσιμα –
για παράδειγμα 50.000
ευρώ – όσο και ιδιώτες
με μικρότερες
αποταμιεύσεις, αναζητούν
πλέον λύσεις που
προσφέρουν πιο απτές
αποδόσεις, συχνά μέσω
της δημιουργίας
διαφοροποιημένων
χαρτοφυλακίων.
Γιατί
υποχωρούν οι
προθεσμιακές καταθέσεις
Στο
σημερινό περιβάλλον, οι
προθεσμιακές καταθέσεις
δεν εξυπηρετούν
ουσιαστικά καμία από τις
δύο πλευρές. Οι
τράπεζες, έχοντας
πλεόνασμα καταθέσεων,
δεν επιδιώκουν να
προωθήσουν προϊόντα που
συνεπάγονται κόστος
τόκων. Αντιθέτως,
κατευθύνουν τους πελάτες
τους σε εναλλακτικές
λύσεις, όπως τα αμοιβαία
κεφάλαια καθορισμένης
διάρκειας, τα οποία τους
αποφέρουν έσοδα από
προμήθειες διαχείρισης
χωρίς να απαιτούν
καταβολή τόκων.
Από την
πλευρά των καταθετών, το
ενδιαφέρον για τις
προθεσμιακές μειώνεται
σταθερά, καθώς αναζητούν
τρόπους να βελτιώσουν
τις αποδόσεις τους. Σε
αυτό το περιβάλλον
«lose-lose», τα προϊόντα
που κάποτε θεωρούνταν
συνώνυμα της ασφαλούς
αποταμίευσης έχουν χάσει
τη δυναμική τους, με
σύγχρονες επενδυτικές
λύσεις να καλύπτουν
πλέον καλύτερα τις
ανάγκες τόσο των πολιτών
όσο και των
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων.
Ενδεικτικό της τάσης
είναι ότι μόλις ένας
στους δέκα ιδιώτες
διατηρούσε προθεσμιακή
κατάθεση την τελευταία
πενταετία, σύμφωνα με
έρευνα της Επιτροπής
Ανταγωνισμού.
Αρνητική
αποταμίευση και ανάγκη
αλλαγής μοντέλου
Η στροφή
προς αποδοτικότερες
λύσεις αποκτά ιδιαίτερη
σημασία, καθώς τα
ελληνικά νοικοκυριά
εμφανίζουν αρνητικά
ποσοστά αποταμίευσης,
δαπανώντας περισσότερα
από όσα εισπράττουν. Το
πρώτο τρίμηνο του 2025,
το ποσοστό αποταμίευσης
μειώθηκε κατά 3,6%,
καταγράφοντας τη
μεγαλύτερη πτώση στην
Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ και
το ποσοστό επενδύσεων
των νοικοκυριών
υποχώρησε κατά 0,3%.
Σε
ετήσια βάση, το 2024 η
Ελλάδα παρέμεινε στη
δυσμενέστερη θέση εντός
ΕΕ, με αρνητικό ποσοστό
αποταμίευσης. Σύμφωνα με
τα στοιχεία της Τράπεζας
της Ελλάδος, η αρνητική
αποταμίευση των
νοικοκυριών διευρύνθηκε
περαιτέρω, φτάνοντας το
-1,9% του ΑΕΠ, από -0,9%
το 2023.
Οι
εναλλακτικές που
κερδίζουν έδαφος
Μέσα σε
αυτό το περιβάλλον,
αποταμιευτές και
επενδυτές αναζητούν νέες
λύσεις – κυρίως μέσω
ψηφιακών καναλιών – που
συνδυάζουν χαμηλό ρίσκο
με καλύτερες αποδόσεις.
Μέσω εφαρμογών ή των
ίδιων των τραπεζών,
μπορούν πλέον να
αποκτήσουν πρόσβαση σε
ευρύ φάσμα αγορών, χωρίς
πολύπλοκες διαδικασίες.
Η
«εκπαίδευση» αυτή ξεκινά
από νεαρή ηλικία, καθώς
αρκετές τράπεζες έχουν
λανσάρει προϊόντα για
ηλικίες 18-30 ετών,
προσφέροντας προνομιακά
επιτόκια που σε
ορισμένες περιπτώσεις
αγγίζουν το 2,5% ή ακόμη
και το 3%.
Παράλληλα, αυξανόμενο
ενδιαφέρον συγκεντρώνουν
τα αμοιβαία κεφάλαια
τακτής λήξης, τα οποία
λειτουργούν παρόμοια με
τις προθεσμιακές
καταθέσεις, επιτρέποντας
στους επενδυτές να
«κλειδώσουν» τα κεφάλαιά
τους για συγκεκριμένο
διάστημα και να
επιλέξουν το επίπεδο
ρίσκου και απόδοσης που
τους ταιριάζει.
Στις πιο
συντηρητικές επιλογές
περιλαμβάνονται επίσης
τα έντοκα γραμμάτια και
τα ομόλογα του Ελληνικού
Δημοσίου, ενώ όσοι
αποδέχονται υψηλότερο
ρίσκο στρέφονται σε
μετοχικά αμοιβαία
κεφάλαια, τα οποία το
2025 κατέγραψαν
αποδόσεις που σε
ορισμένες περιπτώσεις
ξεπέρασαν το 50%,
υπερβαίνοντας τον Γενικό
Δείκτη.
Αντίστοιχη δυναμική
παρουσιάζει και το
Χρηματιστήριο Αθηνών, το
οποίο βρίσκεται σε φάση
άνθησης με αιχμή τις
τραπεζικές μετοχές, αλλά
και τα εταιρικά ομόλογα
– επιλογές που
προσφέρουν αυξημένες
αποδόσεις, συνοδευόμενες
όμως και από υψηλότερο
επενδυτικό κίνδυνο.
|