|
Η αλλαγή αυτή
επιταχύνθηκε τα
τελευταία χρόνια λόγω
πολλών παραγόντων. Οι
αυξημένοι δασμοί που
επέβαλαν οι Ηνωμένες
Πολιτείες και άλλες
δυτικές οικονομίες στα
κινεζικά προϊόντα
περιόρισαν την ευκολία
των απευθείας εξαγωγών
από την Κίνα. Παράλληλα,
η επιβράδυνση της
κινεζικής οικονομίας και
η ασθενέστερη εγχώρια
κατανάλωση ώθησαν πολλές
κινεζικές επιχειρήσεις
να αναζητήσουν νέες
πηγές ανάπτυξης στο
εξωτερικό.
Έτσι, όλο και
περισσότερες κινεζικές
εταιρείες μεταφέρουν
μέρος της παραγωγής τους
εκτός κινεζικών συνόρων.
Από μπαταρίες ηλεκτρικών
οχημάτων και ηλεκτρικές
συσκευές μέχρι
αυτοκινητοβιομηχανίες
και τεχνολογικά
προϊόντα, οι κινεζικοί
όμιλοι επεκτείνονται
διεθνώς με ιδιαίτερα
γρήγορους ρυθμούς.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
BYD,
η οποία εξελίσσεται σε
έναν από τους
σημαντικότερους
παγκόσμιους ανταγωνιστές
της Tesla.
Η εταιρεία έχει
επενδύσει σε νέα
εργοστάσια στη Βραζιλία
και την Ουγγαρία,
επιδιώκοντας να
ενισχύσει την παρουσία
της στις αγορές της
Λατινικής Αμερικής και
της Ευρώπης.
Ωστόσο, η διεθνής
επέκταση των κινεζικών
επιχειρήσεων συνοδεύεται
και από έντονες
αντιδράσεις. Στη
Βραζιλία, η BYD
βρέθηκε αντιμέτωπη με
καταγγελίες για
παραβιάσεις εργασιακών
δικαιωμάτων μεταναστών
εργαζομένων που
συμμετείχαν στην
κατασκευή εργοστασίων
της. Οι τοπικές αρχές
μίλησαν ακόμη και για
«συνθήκες που θύμιζαν
δουλεία». Η εταιρεία
απάντησε ότι διέκοψε τη
συνεργασία με τον
υπεργολάβο που φέρεται
να ευθυνόταν για τις
παραβιάσεις και
υποστήριξε ότι εφαρμόζει
πολιτική μηδενικής
ανοχής απέναντι σε
τέτοιες πρακτικές.
Αντίστοιχες ανησυχίες
καταγράφονται και στην
Ευρώπη. Πολλοί Ευρωπαίοι
αξιωματούχοι φοβούνται
ότι οι κινεζικές
επενδύσεις μπορεί να
αποδυναμώσουν την
ευρωπαϊκή βιομηχανία,
ειδικά τον κρίσιμο τομέα
της
αυτοκινητοβιομηχανίας, ο
οποίος στηρίζει
εκατομμύρια θέσεις
εργασίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση
ανησυχεί ότι οι
κινεζικές εταιρείες
ενδέχεται να
χρησιμοποιήσουν τα
ευρωπαϊκά εργοστάσια ως
«πύλες εισόδου» προς την
ενιαία αγορά,
διατηρώντας παράλληλα
τον έλεγχο της
τεχνολογίας, των βασικών
εξαρτημάτων και της
εφοδιαστικής αλυσίδας
στην Κίνα.
Οι ανησυχίες αυτές
ενισχύονται από το
γεγονός ότι η κινεζική
οικονομία χαρακτηρίζεται
από έντονο ανταγωνισμό
και υπερπαραγωγή. Πολλές
κινεζικές επιχειρήσεις
λειτουργούν με
περιορισμένα περιθώρια
κέρδους και στρέφονται
στις διεθνείς αγορές
προκειμένου να
διατηρήσουν την ανάπτυξή
τους. Αυτό δημιουργεί
φόβους ότι δυτικές
βιομηχανίες ίσως
δυσκολευτούν να
ανταγωνιστούν τις πολύ
χαμηλές τιμές και τη
μαζική παραγωγική
δυνατότητα των κινεζικών
ομίλων.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες,
το θέμα έχει αποκτήσει
και πολιτικές
διαστάσεις. Αρκετοί
Αμερικανοί βουλευτές
ζητούν από την κυβέρνηση
του Donald
Trump
να περιορίσει ή ακόμη
και να απαγορεύσει την
παραγωγή κινεζικών
αυτοκινήτων στις ΗΠΑ ή
μέσω Μεξικού και Καναδά,
υποστηρίζοντας ότι η
αμερικανική
αυτοκινητοβιομηχανία
απειλείται άμεσα από τον
κινεζικό ανταγωνισμό.
Από την άλλη πλευρά,
ορισμένοι οικονομολόγοι
και πολιτικοί
επισημαίνουν ότι οι
κινεζικές επενδύσεις
μπορούν να προσφέρουν
σημαντικά οφέλη στις
τοπικές οικονομίες.
Υπενθυμίζουν ότι
ανάλογες ανησυχίες
υπήρχαν και τη δεκαετία
του 1980, όταν οι
ιαπωνικές
αυτοκινητοβιομηχανίες
επένδυσαν στις Ηνωμένες
Πολιτείες. Τελικά, η
παρουσία τους
λειτούργησε ως κίνητρο
εκσυγχρονισμού για τις
αμερικανικές
βιομηχανίες.
Σε ορισμένες
περιπτώσεις, οι
κινεζικές επενδύσεις
συνέβαλαν πράγματι στη
διάσωση τοπικών
παραγωγικών μονάδων. Ένα
χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι η
ισπανική
αυτοκινητοβιομηχανία
Ebro.
Μετά την αποχώρηση της
Nissan
από εργοστάσιο στη
Βαρκελώνη, η
Chery
Automobile
επένδυσε εκατοντάδες
εκατομμύρια ευρώ για την
επανεκκίνηση της
παραγωγής, διατηρώντας
περίπου 1.600 θέσεις
εργασίας και στηρίζοντας
την τοπική οικονομία.
Παρά τα οφέλη αυτά,
πολλοί Ευρωπαίοι
αξιωματούχοι τονίζουν
ότι μεγάλο μέρος της
τεχνολογίας και των
εξαρτημάτων εξακολουθεί
να προέρχεται από την
Κίνα. Για αυτόν τον
λόγο, η Ευρωπαϊκή Ένωση
εξετάζει μέτρα που θα
υποχρεώνουν τις ξένες
επιχειρήσεις να
χρησιμοποιούν
περισσότερα ευρωπαϊκά
εξαρτήματα, να
μεταφέρουν τεχνογνωσία
και να προσλαμβάνουν
μεγαλύτερο αριθμό
τοπικών εργαζομένων.
Η νέα στρατηγική της
Κίνας αποτυπώνεται και
στον όρο «chuhai»,
που χρησιμοποιούν ολοένα
και περισσότερο οι
κινεζικές επιχειρήσεις.
Η λέξη σημαίνει «βγαίνω
στη θάλασσα» ή
«επεκτείνομαι στο
εξωτερικό» και
περιγράφει τη νέα φάση
διεθνούς εξάπλωσης της
κινεζικής οικονομίας.
Ανάλογη πορεία
ακολουθούν και κινεζικές
εταιρείες ηλεκτρικών
συσκευών, όπως η
Midea.
Η εταιρεία, που ξεκίνησε
τη δραστηριότητά της το
1968, έχει εξελιχθεί σε
έναν από τους
μεγαλύτερους
κατασκευαστές οικιακών
συσκευών παγκοσμίως. Τα
τελευταία χρόνια
επεκτείνεται επιθετικά
στις διεθνείς αγορές,
δημιουργώντας εργοστάσια
στη Βραζιλία και το
Μεξικό και συνεργαζόμενη
με εταιρείες όπως η
Electrolux.
Η ίδια η Midea
αναγνωρίζει ότι η
ανάπτυξη στην κινεζική
αγορά έχει επιβραδυνθεί
και ότι ο ανταγωνισμός
στο εσωτερικό της χώρας
έχει ενταθεί σημαντικά.
Για αυτόν τον λόγο, οι
διεθνείς αγορές
θεωρούνται πλέον
κρίσιμες για τη
μελλοντική ανάπτυξη και
βιωσιμότητα των
κινεζικών ομίλων.
Η παγκόσμια εξάπλωση της
κινεζικής βιομηχανίας
εκτιμάται ότι θα
συνεχιστεί τα επόμενα
χρόνια. Οι κινεζικές
επιχειρήσεις διαθέτουν
πλέον σημαντική
τεχνογνωσία, τεράστια
παραγωγική δυναμικότητα
και ισχυρή κρατική
υποστήριξη, στοιχεία που
τους επιτρέπουν να
ανταγωνίζονται όλο και
πιο αποτελεσματικά τις
δυτικές εταιρείες.
Το βασικό ερώτημα για
τις δυτικές οικονομίες
δεν είναι πλέον αν η
Κίνα θα εξελιχθεί σε
κυρίαρχη δύναμη της
παγκόσμιας μεταποίησης,
αλλά με ποιους όρους θα
συμβεί αυτό. Οι
κυβερνήσεις καλούνται να
ισορροπήσουν ανάμεσα
στην ανάγκη προσέλκυσης
επενδύσεων και
δημιουργίας θέσεων
εργασίας από τη μία
πλευρά και στην
προστασία των εγχώριων
βιομηχανιών και
στρατηγικών τομέων από
την άλλη.
Σε κάθε περίπτωση, η
μετάβαση από το «Made
in
China»
στο «Made
by
China»
σηματοδοτεί μια νέα
εποχή για την παγκόσμια
οικονομία, όπου η
κινεζική επιρροή δεν
περιορίζεται πλέον μόνο
στα προϊόντα που
καταναλώνει ο κόσμος,
αλλά επεκτείνεται πλέον
και στον ίδιο τον τρόπο
παραγωγής τους.
|