|
Η συμφωνία έρχεται μετά
την έγκριση της «Ασπίδας
του Αχιλλέα» από το
ΚΥΣΕΑ στις 23
Ιουλίου 2026,
ανοίγοντας τον δρόμο για
την υλοποίηση του νέου
σχεδιασμού της ελληνικής
αεράμυνας.
Από τα επιμέρους
συστήματα σε έναν ενιαίο
«Θόλο»
Η βασική φιλοσοφία του
προγράμματος είναι η
δημιουργία ενός
ολοκληρωμένου δικτύου,
γνωστού ως
«Ελληνικός Θόλος»,
το οποίο θα καλύπτει
διαφορετικές μορφές
απειλών και θα συνδέει
τα υφιστάμενα με τα νέα
οπλικά συστήματα.
Όπως έχει εξηγήσει ο
υπουργός Εθνικής Άμυνας
Νίκος Δένδιας, η
ονομασία «Ασπίδα του
Αχιλλέα» παραπέμπει στα
πέντε επίπεδα της
ομηρικής ασπίδας.
Αντίστοιχα, η σύγχρονη
αρχιτεκτονική
επεκτείνεται σε πέντε
πεδία: θάλασσα,
στεριά, αέρας,
κυβερνοχώρος και
διάστημα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται
ένα ενιαίο σύστημα
διοίκησης και ελέγχου,
το οποίο θα συγκεντρώνει
πληροφορίες από
διαφορετικούς
αισθητήρες, θα αξιολογεί
τις απειλές και θα
συντονίζει την αντίδραση
των διαθέσιμων μέσων.
Η λογική αυτή μετατρέπει
τα πλοία, τα μαχητικά
αεροσκάφη, τα χερσαία
συστήματα, τα αυτόνομα
μέσα και τους δορυφόρους
από μεμονωμένες
πλατφόρμες σε τμήματα
ενός ενιαίου δικτύου.
Τα ισραηλινά συστήματα
που θα αποτελέσουν τον
πυρήνα
Η νέα αεράμυνα θα
βασιστεί σε ένα
συνδυασμό ισραηλινών
συστημάτων των
Israel
Aerospace
Industries
(IAI),
Rafael
και ELTA.
Στο χαμηλότερο επίπεδο
αναχαίτισης θα
βρίσκονται τα
Spyder
της Rafael,
με διαφορετικές εκδόσεις
που προσφέρουν εμβέλεια
έως περίπου 15, 20 και
40 χιλιόμετρα. Τα
συστήματα προορίζονται
να αντικαταστήσουν
παλαιότερα συστήματα
ανατολικής προέλευσης,
όπως τα
OSA-AK
και TOR
M1.
Για απειλές μεγαλύτερου
βεληνεκούς και
βαλλιστικούς πυραύλους
προβλέπεται η αξιοποίηση
των David’s
Sling,
τα οποία εντάσσονται
στον σχεδιασμό
αντικατάστασης των
S-300.
Κεντρική θέση στην
αρχιτεκτονική θα έχει το
Barak
MX
της IAI,
το οποίο αναμένεται να
αποτελέσει τη
«ραχοκοκαλιά» του
συστήματος. Το
Barak
MX
χρησιμοποιεί τρεις
διαφορετικούς τύπους
πυραύλων και καλύπτει
αποστάσεις από περίπου
35 έως 150
χιλιόμετρα, με
στόχο να αντικαταστήσει
παλαιότερα συστήματα
τύπου
Hawk.
Σημαντικό ρόλο στην
επιτήρηση θα
διαδραματίσουν τα κινητά
ραντάρ EL/M-2084
MMR
της ELTA,
θυγατρικής της
IAI.
Τα ραντάρ μπορούν,
σύμφωνα με τα διαθέσιμα
στοιχεία, να
παρακολουθούν έως και
1.200 στόχους σε
απόσταση έως 475
χιλιομέτρων,
ενώ για στόχους που
αφορούν όπλα η
δυνατότητα
παρακολούθησης φτάνει
έως τους 200 στόχους σε
εμβέλεια έως 100
χιλιομέτρων.
Ο «εγκέφαλος» της
Ασπίδας θα κατασκευαστεί
στην Ελλάδα
Ιδιαίτερη σημασία έχει
το C4I
(Command,
Control,
Communications,
Computer
and
Intelligence),
το οποίο θα λειτουργεί
ως το κεντρικό σύστημα
διοίκησης και ελέγχου.
Το σύστημα σχεδιάζεται
να κατασκευαστεί στην
Ελλάδα, σε συνεργασία με
ελληνικές επιχειρήσεις,
γεγονός που δημιουργεί
σημαντικό πεδίο για την
εγχώρια αμυντική
βιομηχανία.
Παράλληλα, η «Ασπίδα»
δεν θα λειτουργήσει
ανεξάρτητα από τα
συστήματα που ήδη
διαθέτουν οι ελληνικές
Ένοπλες Δυνάμεις.
Στο ενιαίο δίκτυο θα
ενσωματωθούν οι
Patriot,
ενώ θα συνδεθούν επίσης
οι τέσσερις φρεγάτες
FDI
Belharra,
τα αναβαθμισμένα
F-16
Viper
και, μελλοντικά, τα
μαχητικά
F-35.
Στόχος είναι να
δημιουργηθεί ένα κοινό
επιχειρησιακό περιβάλλον
στο οποίο τα διαφορετικά
μέσα θα ανταλλάσσουν
δεδομένα και θα μπορούν
να λειτουργούν
συνδυαστικά.
Η ελληνική αμυντική
βιομηχανία στο επίκεντρο
Εκτός από την
επιχειρησιακή διάσταση,
ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει το
βιομηχανικό σκέλος του
προγράμματος.
Η ελληνική πλευρά είχε
θέσει ως βασική
προϋπόθεση τουλάχιστον
25% εγχώρια
συμμετοχή στα
εξοπλιστικά προγράμματα.
Στην περίπτωση της
«Ασπίδας», το εγχώριο
βιομηχανικό έργο
εκτιμάται ότι θα
ξεπεράσει τα 700
εκατ. ευρώ, ενώ
αναμένεται να
συμμετάσχουν
περισσότερες από
12 ελληνικές εταιρείες.
Σημαντικό ρόλο
αναμένεται να έχει η
Intracom
Defense
(IDE),
η οποία ανήκει στην
IAI.
Η εταιρεία αποτελεί ήδη
σημαντικό βιομηχανικό
και τεχνολογικό βραχίονα
της ισραηλινής εταιρείας
στην Ελλάδα και τη
Νοτιοανατολική Ευρώπη,
ενώ εξετάζεται η
αξιοποίηση των
εγκαταστάσεών της για
την παραγωγή του
Barak.
Στο πρόγραμμα αναμένεται
να συμμετάσχουν επίσης
τα Ελληνικά
Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ),
τα οποία έχουν υπογράψει
μνημόνιο συνεργασίας με
την IAI,
καθώς και η
Ελληνική Αεροπορική
Βιομηχανία (ΕΑΒ).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για
την ΕΑΒ παρουσιάζει η
ενσωμάτωση του ελληνικού
αντι-drone
συστήματος
«Κένταυρος» στο
Barak
που θα αποκτήσει η
Ελλάδα.
Στον κύκλο των ελληνικών
επιχειρήσεων που
αναμένεται να έχουν
συμμετοχή
περιλαμβάνονται ακόμη η
Metlen,
Miltech,
Scytalys,
Akmon,
τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας
και η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ,
ενώ στον σχεδιασμό
προβλέπεται και
συμμετοχή του ομίλου
Συγγελίδη σε συνεργασία
με την
IVECO,
κυρίως στον τομέα των
οχημάτων μεταφοράς των
συστημάτων.
Θάλασσα, αέρας και
διάστημα
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα»
δεν περιορίζεται στην
προμήθεια νέων
πυραυλικών συστημάτων. Η
φιλοσοφία της «Ατζέντας
2030» προβλέπει τη
δημιουργία ενός
ευρύτερου
δικτυοκεντρικού
οικοσυστήματος, στο
οποίο θα συμμετέχουν όλα
τα διαθέσιμα μέσα των
Ενόπλων Δυνάμεων.
Σημαντική είναι και η
διάσταση του
διαστήματος. Η Ελλάδα
συμμετέχει στο ευρωπαϊκό
πρόγραμμα
GOVSATCOM
για ασφαλείς
κυβερνητικές δορυφορικές
επικοινωνίες, ενώ έχει
αναπτύξει στόλο
μικροδορυφόρων και
προετοιμάζει την
απόκτηση του πρώτου
μεγάλου γεωστατικού
δορυφόρου της.
Οι δορυφορικές
επικοινωνίες αποτελούν
πλέον κρίσιμο κομμάτι
της σύγχρονης άμυνας,
καθώς επιτρέπουν τη
μεταφορά δεδομένων και
την ασφαλή επικοινωνία
μεταξύ διαφορετικών
επιχειρησιακών μέσων.
Επιχειρησιακή ετοιμότητα
σε 35 μήνες
Ο σχεδιασμός προβλέπει
ότι η «Ασπίδα του
Αχιλλέα» θα έχει
καταστεί επιχειρησιακά
διαθέσιμη μέσα σε
περίπου 35 μήνες.
Το ζητούμενο δεν είναι
απλώς η αντικατάσταση
παλαιών οπλικών
συστημάτων με νέα. Είναι
η δημιουργία μιας
ενιαίας αρχιτεκτονικής
αεράμυνας, όπου
αισθητήρες, ραντάρ,
πύραυλοι, πλοία,
αεροσκάφη και χερσαίες
μονάδες θα μπορούν να
λειτουργούν ως ένα
ενιαίο σύστημα.
Παράλληλα, η Αθήνα
επιδιώκει το πρόγραμμα
να αποτελέσει μοχλό
ανάπτυξης της ελληνικής
αμυντικής βιομηχανίας,
μέσω μεταφοράς
τεχνογνωσίας, παραγωγής
στην Ελλάδα και
συμμετοχής των εγχώριων
εταιρειών στην εξέλιξη
των συστημάτων.
Έτσι, πίσω από το μεγάλο
εξοπλιστικό deal
των 3 δισ. ευρώ
βρίσκεται ένας διπλός
στόχος: από τη μία η
δραστική αναβάθμιση της
ελληνικής αεράμυνας και
από την άλλη η
δημιουργία ενός πιο
ισχυρού και τεχνολογικά
αυτάρκους ελληνικού
αμυντικού
οικοσυστήματος.
|