|
Υπολογίζεται ότι περίπου
400.000 μη μισθωτοί
κινδυνεύουν από την 1η
Μαρτίου να μείνουν χωρίς
ασφαλιστική ικανότητα
λόγω ληξιπρόθεσμων
οφειλών προς τον
Ηλεκτρονικός Εθνικός
Φορέας Κοινωνικής
Ασφάλισης. Η
ασφαλιστική ικανότητα
για το νέο έτος
ανανεώνεται μόνο για
όσους έχουν εξοφλήσει ή
ρυθμίσει τις οφειλές της
περιόδου 2017–2025, ενώ
η σχετική προθεσμία
έληξε στο τέλος
Ιανουαρίου 2026.
Παράλληλα, περίπου
300.000 επαγγελματίες,
αγρότες και κτηνοτρόφοι
δεν μπορούν να
συνταξιοδοτηθούν λόγω
συσσωρευμένων χρεών. Από
τους περίπου 1,42
εκατομμύρια μη
μισθωτούς, περισσότεροι
από τους μισούς
εμφανίζουν
καθυστερούμενες
εισφορές.
Αυξανόμενες
επιβαρύνσεις,
περιορισμένες παροχές
Από την
1η Ιανουαρίου 2026 οι
ασφαλιστικές εισφορές
αυξήθηκαν κατά 2,5%,
αποτελώντας την τέταρτη
διαδοχική αύξηση από το
2023. Η συνολική
επιβάρυνση της
τετραετίας φθάνει το
18,26%. Η κατώτατη κλάση
διαμορφώνεται στα 260,77
ευρώ τον μήνα για τους
ελεύθερους επαγγελματίες
και στα 149,27 ευρώ για
τους αγρότες, ενώ για
όσους καταβάλλουν και
επικουρικές εισφορές το
ποσό ξεκινά από τα 338
ευρώ. Πάνω από το 80%
των ασφαλισμένων
παραμένει στην πρώτη
κατηγορία.
Η
επιλογή της χαμηλότερης
εισφοράς δεν αποτελεί
στρατηγική επιλογή, αλλά
λύση ανάγκης. Το
αυξημένο ενεργειακό
κόστος, τα υψηλά
ενοίκια, οι πρώτες ύλες
και η φορολογία
περιορίζουν δραστικά τα
περιθώρια αποταμίευσης.
Οι
ειδικοί εκτιμούν ότι για
μια αξιοπρεπή σύνταξη
απαιτείται πολυετής
παραμονή σε μεσαίες ή
ανώτερες κατηγορίες, με
εισφορές άνω των 440
ευρώ μηνιαίως για μεγάλο
μέρος του εργασιακού
βίου. Ωστόσο, για
πολλούς αυτό είναι
οικονομικά ανέφικτο.
Προδιαγεγραμμένες
χαμηλές συντάξεις
Η
μακροχρόνια παραμονή
στην κατώτατη κλάση
οδηγεί σε περιορισμένες
συνταξιοδοτικές
αποδοχές. Ελεύθερος
επαγγελματίας με 40
χρόνια ασφάλισης δύσκολα
θα υπερβεί τα 800–900
ευρώ μεικτά, ενώ για
τους αγρότες οι
συντάξεις σε αρκετές
περιπτώσεις
διαμορφώνονται ακόμη και
κοντά στα 250 ευρώ
μηνιαίως.
Το
αποτέλεσμα είναι ένας
φαύλος κύκλος: χαμηλά
εισοδήματα οδηγούν σε
χαμηλές εισφορές, οι
οποίες με τη σειρά τους
παράγουν χαμηλές
συντάξεις, ενισχύοντας
το αίσθημα ανασφάλειας.
Οφειλές
και περιορισμένη
πρόσβαση στην υγεία
Όσοι δεν
έχουν ρυθμίσει τις
οφειλές τους χάνουν την
ασφαλιστική ικανότητα,
γεγονός που συνεπάγεται
πρακτικούς περιορισμούς
στην πρόσβαση σε
υπηρεσίες υγείας, όπως η
συνταγογράφηση. Αν και
τυπικά η πρόσβαση στο
δημόσιο σύστημα
παραμένει δυνατή, στην
πράξη οι διαδικασίες
γίνονται πιο περίπλοκες
και χρονοβόρες.
Το
συνολικό ύψος των
οφειλών των μη μισθωτών
προς τον ΕΦΚΑ, μαζί με
προσαυξήσεις, υπερβαίνει
τα 50 δισ. ευρώ,
αποτυπώνοντας το μέγεθος
του προβλήματος.
Φορολογική επιβάρυνση
χωρίς άμεση ελάφρυνση
Στο
φορολογικό πεδίο, οι
αυτοαπασχολούμενοι θα
κληθούν να πληρώσουν
αυξημένους φόρους για τα
εισοδήματα του 2025,
καθώς διατηρείται το
σύστημα τεκμαρτού
προσδιορισμού. Η αύξηση
του κατώτατου μισθού στα
880 ευρώ ανεβάζει το
ελάχιστο τεκμαρτό
εισόδημα στα 12.320 ευρώ
ετησίως για όσους έχουν
τουλάχιστον έξι χρόνια
δραστηριότητας,
ανεξάρτητα από τα
πραγματικά τους κέρδη.
Οι
όποιες φορολογικές
ελαφρύνσεις μετατίθενται
για το 2027, αφήνοντας
τους μη μισθωτούς
αντιμέτωπους με ακόμη
ένα έτος αυξημένων
υποχρεώσεων.
Σε αυτό
το περιβάλλον, η
καθημερινότητα για
χιλιάδες επαγγελματίες
και αγρότες μετατρέπεται
σε συνεχή προσπάθεια
κάλυψης εισφορών, φόρων
και ρυθμίσεων. Η
προοπτική μιας
αξιοπρεπούς σύνταξης
απομακρύνεται, ενώ η
οικονομική ανασφάλεια
παγιώνεται ως βασικό
χαρακτηριστικό της
επαγγελματικής τους
ζωής.
|