|
Ο έλεγχος
πραγματοποιήθηκε το
2025, κατόπιν εντολής
της ΔΟΥ Έδεσσας, με βάση
στοιχεία από το Σύστημα
Μητρώου και Ελέγχων
Τραπεζικών Λογαριασμών
της ΑΑΔΕ. Αφορούσε
αρχικά το φορολογικό
έτος 2019 – που
επρόκειτο να παραγραφεί
στο τέλος του 2025 – και
επεκτάθηκε και στο 2020,
μετά τα ευρήματα της
έρευνας.
Ο φορολογούμενος
υποστήριξε ότι μέρος των
ποσών προερχόταν από
δωρεές γάμου, ωστόσο οι
ισχυρισμοί του δεν
κρίθηκαν επαρκείς από
τον έλεγχο.
Για το 2019 εντοπίστηκαν
αδικαιολόγητες
καταθέσεις ύψους
256.390,60 ευρώ, με
φόρους και πρόστιμα
148.607,32 ευρώ. Για το
2020 τα αντίστοιχα ποσά
ανήλθαν σε 496.709,72
ευρώ και 231.711,96
ευρώ. Συνολικά, για τη
διετία 2019–2020, οι
αδικαιολόγητες
καταθέσεις έφτασαν τα
753.100,32 ευρώ και οι
επιβαρύνσεις τα
394.403,03 ευρώ.
Μετά από προσφυγή του
φορολογούμενου, η ΔΕΔ
έκανε δεκτό μικρό μέρος
των ισχυρισμών του και
μείωσε το τελικό ποσό
στα 367.746,63 ευρώ.
Παρά τη μείωση, η
επιβάρυνση αντιστοιχεί
περίπου στο 49% των
αδήλωτων ποσών.
Η υψηλή αυτή επιβάρυνση
προκύπτει από το ισχύον
πλαίσιο, το οποίο
προβλέπει φορολόγηση της
προσαύξησης περιουσίας
με συντελεστή 33%,
πρόστιμο 50% επί του
φόρου και επιβολή
ειδικής εισφοράς
αλληλεγγύης.
Τι επισημαίνει η ΔΕΔ για
τους ελέγχους καταθέσεων
Στην απόφασή της, η ΔΕΔ
ξεκαθαρίζει ότι:
Η προσαύξηση περιουσίας
πρέπει να τεκμηριώνεται
με σαφή στοιχεία, καθώς
δεν αποτελούν όλες οι
κινήσεις λογαριασμών
φορολογητέο εισόδημα.
Οι μεταφορές μεταξύ
λογαριασμών εξετάζονται
ως προς τον λόγο
πραγματοποίησής τους και
απαιτούν αντίστοιχα
αποδεικτικά.
Σημασία έχει αν τα ποσά
που αναλήφθηκαν έχουν
ήδη δαπανηθεί και
συνεπώς δεν μπορούν να
επανακατατεθούν.
Ο έλεγχος εξετάζει αν
πρόκειται για
«πρωτογενείς
καταθέσεις», δηλαδή ποσά
άγνωστης προέλευσης.
Η επανακατάθεση χρημάτων
επιτρέπεται, χωρίς
χρονικό περιορισμό,
εφόσον αποδεικνύεται η
προέλευσή τους.
Αν δεν δικαιολογηθεί η
προσαύξηση περιουσίας,
αυτή φορολογείται στο
έτος που διαπιστώνεται.
Δεν θεωρείται προσαύξηση
περιουσίας όταν υπάρχει
σαφής πηγή, όπως πώληση
περιουσίας, δάνειο ή
εισόδημα από επενδύσεις.
Σε αντίθετη περίπτωση,
τα ποσά μπορεί να
φορολογηθούν ως εισόδημα
από ελευθέρια
επαγγέλματα.
Τέλος, τονίζεται ότι ο
φορολογούμενος οφείλει
να συνεργάζεται με τις
αρχές και να παρέχει
επαρκή στοιχεία. Η
αδυναμία τεκμηρίωσης ή η
μη ανταπόκριση σε
αιτήματα ελέγχου
λαμβάνεται εις βάρος του
κατά την αξιολόγηση της
υπόθεσης.
|