|
Η τοποθέτηση έχει
ιδιαίτερη πολιτική
σημασία, καθώς έρχεται
σε μια περίοδο κατά την
οποία η κυβέρνηση
εξετάζει εκ νέου το
εύρος των σχέσεων με τις
Βρυξέλλες. Ο
Burnham
έχει ήδη δηλώσει ότι το
Brexit
δεν απέδωσε τον βαθμό
ελέγχου που είχε
υποσχεθεί η εκστρατεία
υπέρ της αποχώρησης και
έχει υποστηρίξει την
ανάγκη για μια
μακροπρόθεσμη σχέση με
την Ευρώπη.
Ο Burnham
ανέλαβε την πρωθυπουργία
στις 20 Ιουλίου 2026,
διαδεχόμενος τον
Keir
Starmer.
Η βρετανική κυβέρνηση
έχει μέχρι στιγμής δώσει
έμφαση στην πρακτική
συνεργασία με την Ε.Ε.,
χωρίς να έχει δεσμευθεί
για επανένταξη.
Από τη στενότερη σχέση
έως την πλήρη επιστροφή
Η νέα συζήτηση δεν
περιορίζεται στην
επιλογή «Brexit
ή επιστροφή στην Ε.Ε.».
Στο τραπέζι υπάρχουν
διαφορετικά επίπεδα
προσέγγισης, από τη
διατήρηση του σημερινού
καθεστώτος έως μια νέα
τελωνειακή ένωση,
στενότερη συμμετοχή στην
ενιαία αγορά και, σε
βάθος χρόνου, πλήρη
επανένταξη στην
Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Burnham
έχει ουσιαστικά ανοίξει
τη συζήτηση για ολόκληρο
το φάσμα αυτών των
επιλογών, χωρίς να έχει
ανακοινώσει συγκεκριμένο
σχέδιο επιστροφής.
Στο συνέδριο των
Εργατικών τον Σεπτέμβριο
υποστήριξε ότι το
Brexit
δεν απέδωσε τα οφέλη που
είχαν υποσχεθεί οι
υποστηρικτές του και
τάχθηκε υπέρ μιας πιο
μακροπρόθεσμης σχέσης με
την Ε.Ε. Η βρετανική
κυβέρνηση έχει παράλληλα
προγραμματίσει περαιτέρω
συνομιλίες με τις
Βρυξέλλες για τη
μελλοντική σχέση των δύο
πλευρών.
Δέκα χρόνια από το
δημοψήφισμα
Στις 23 Ιουνίου
2016, το 52%
των Βρετανών ψήφισε υπέρ
της αποχώρησης από την
Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι
48% που τάχθηκε υπέρ της
παραμονής.
Η χώρα αποχώρησε
επισήμως από την Ε.Ε.
τον Ιανουάριο του 2020
και στη συνέχεια
εγκατέλειψε την ενιαία
αγορά και την τελωνειακή
ένωση.
Μια δεκαετία αργότερα,
το οικονομικό αποτύπωμα
του Brexit
εξακολουθεί να αποτελεί
αντικείμενο έντονης
συζήτησης.
Το βασικό ζήτημα είναι
το εμπόριο. Η δημιουργία
νέων εμποδίων στις
συναλλαγές με τη
μεγαλύτερη και
γεωγραφικά πλησιέστερη
αγορά της Βρετανίας
αύξησε το κόστος και τη
γραφειοκρατία για πολλές
επιχειρήσεις, ιδιαίτερα
για όσες συμμετέχουν σε
διασυνοριακές αλυσίδες
εφοδιασμού.
Παράλληλα, διαφορετικές
οικονομικές μελέτες
έχουν καταλήξει σε
διαφορετικές εκτιμήσεις
για το πόσο χαμηλότερο
είναι σήμερα το
βρετανικό ΑΕΠ σε σχέση
με ένα υποθετικό σενάριο
όπου η χώρα είχε
παραμείνει στην Ε.Ε. Το
ακριβές μέγεθος της
επίδρασης εξαρτάται
σημαντικά από τη
μεθοδολογία και τις
παραδοχές κάθε μελέτης.
Το μεγάλο οικονομικό
ερώτημα
Για τη βρετανική
οικονομία, η συζήτηση
δεν αφορά μόνο τη
θεσμική σχέση με τις
Βρυξέλλες.
Αφορά κυρίως το εάν η
μείωση των εμπορικών και
επενδυτικών εμποδίων
μπορεί να ενισχύσει την
ανάπτυξη.
Η Ε.Ε. παραμένει ο
σημαντικότερος εμπορικός
εταίρος της Βρετανίας
και, συνεπώς,
οποιαδήποτε συμφωνία που
μειώνει το κόστος
συναλλαγών θα μπορούσε
να επηρεάσει τις
επιχειρηματικές
επενδύσεις, τις εξαγωγές
και τις αλυσίδες
εφοδιασμού.
Από την άλλη πλευρά, η
στενότερη προσέγγιση
έχει και πολιτικό
κόστος, καθώς ζητήματα
που αποτέλεσαν βασικά
στοιχεία του
Brexit,
όπως η ελεύθερη
κυκλοφορία εργαζομένων
και η συνεισφορά στον
ευρωπαϊκό προϋπολογισμό,
θα μπορούσαν να
επανέλθουν στη συζήτηση.
Η επιστροφή στην Ε.Ε. θα
ήταν νέα διαδικασία
Ακόμη και αν στο μέλλον
μια βρετανική κυβέρνηση
αποφάσιζε να επιδιώξει
πλήρη επανένταξη, αυτό
δεν θα σήμαινε απλή
επιστροφή στο καθεστώς
πριν από το 2020.
Το Ηνωμένο Βασίλειο θα
έπρεπε να υποβάλει
νέα αίτηση
ένταξης και να
διαπραγματευτεί τους
όρους της.
Οι παλαιότερες
εξαιρέσεις και ειδικές
ρυθμίσεις που είχε
εξασφαλίσει το Λονδίνο
δεν θα θεωρούνταν
αυτομάτως δεδομένες.
Ζητήματα όπως η ελεύθερη
κυκλοφορία προσώπων, η
συμμετοχή στον ευρωπαϊκό
προϋπολογισμό και η
σχέση με την ενιαία
αγορά θα έπρεπε να
εξεταστούν εκ νέου.
Γι' αυτό και η συζήτηση
που ανοίγει σήμερα αφορά
περισσότερο την
πορεία επαναπροσέγγισης
παρά μια άμεση
διαδικασία επανένταξης.
Η στερλίνα και οι αγορές
Η αλλαγή της πολιτικής
συζήτησης έχει
ενδιαφέρον και για τις
χρηματοπιστωτικές
αγορές.
Μια σταδιακή προσέγγιση
με την Ε.Ε. θα μπορούσε,
υπό συγκεκριμένες
προϋποθέσεις, να μειώσει
τις εμπορικές τριβές και
να βελτιώσει τις
προοπτικές για
επενδύσεις και ανάπτυξη.
Αυτό θα μπορούσε να
επηρεάσει τόσο τη
στερλίνα
όσο και τις βρετανικές
μετοχές, πολύ πριν
υπάρξει οποιαδήποτε
συμφωνία για πλήρη
επιστροφή στην Ε.Ε.
Ωστόσο, οι αγορές θα
πρέπει να ξεχωρίζουν την
πολιτική συζήτηση από
μια πραγματική αλλαγή
του θεσμικού καθεστώτος.
Η απόσταση από μια
δήλωση περί πιθανής
επαναπροσέγγισης μέχρι
μια νέα συμφωνία με τις
Βρυξέλλες είναι πολύ
μεγάλη.
Ο Tony
Blair
πιέζει για ακόμη
μεγαλύτερη προσέγγιση
Στο εσωτερικό των
Εργατικών, η συζήτηση
για το Brexit
έχει ήδη αποκτήσει
μεγαλύτερη δυναμική.
Ο πρώην πρωθυπουργός
Tony
Blair
έχει υποστηρίξει μια
σταδιακή πορεία
επαναπροσέγγισης με την
Ε.Ε., με τελικό ορίζοντα
ακόμη και την πλήρη
επιστροφή.
Το Tony
Blair
Institute
έχει εξετάσει σενάρια
που περιλαμβάνουν
στενότερη οικονομική
σχέση, συμμετοχή στην
ενιαία αγορά και αποδοχή
υποχρεώσεων που
συνδέονται με μια τέτοια
σχέση.
Η συζήτηση, επομένως,
μετακινείται σταδιακά
από το ερώτημα εάν το
Brexit
μπορεί να «αναιρεθεί»
στο ερώτημα ποια
μορφή σχέσης με την
Ευρώπη εξυπηρετεί
καλύτερα τη βρετανική
οικονομία και ποιο
πολιτικό κόστος θα είχε
κάθε επιλογή.
Το Brexit
επιστρέφει στο πολιτικό
λεξιλόγιο
Ο Burnham
δεν έχει προαναγγείλει
δεύτερο δημοψήφισμα και
η βρετανική κυβέρνηση
δεν έχει θέσει ως άμεσο
στόχο την επιστροφή στην
Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έχει κάνει όμως κάτι που
μέχρι πρόσφατα ήταν
πολιτικά πολύ πιο
δύσκολο: έβαλε
ανοιχτά την επανένταξη
στην Ε.Ε. μέσα στο φάσμα
των πιθανών
μακροπρόθεσμων επιλογών.
Η εξέλιξη αυτή δεν
σημαίνει ότι η Βρετανία
επιστρέφει στην Ευρώπη.
Σημαίνει ότι, δέκα
χρόνια μετά το
δημοψήφισμα του 2016, το
Brexit
παύει να αντιμετωπίζεται
ως οριστικός επίλογος
και επιστρέφει ως
ανοιχτό ζήτημα για τη
μελλοντική οικονομική
και πολιτική πορεία της
χώρας.
|