|
Στο πλαίσιο της άσκησης,
τα πιστωτικά ιδρύματα θα
κληθούν να διαμορφώσουν
σενάρια που θα οδηγούν
σε προκαθορισμένη μείωση
του δείκτη κεφαλαίων
κοινών μετοχών
κατηγορίας 1 (CET1)
κατά τουλάχιστον 300
μονάδες βάσης. Για τις
ελληνικές τράπεζες, μια
τέτοια επίπτωση
μεταφράζεται ενδεικτικά
σε απώλεια κεφαλαίων της
τάξης των 5 δισ. ευρώ.
Σε πρώτη φάση, τα
αποτελέσματα των
stress
tests
δεν θα οδηγήσουν σε
άμεσες νέες κεφαλαιακές
απαιτήσεις. Ωστόσο
αναμένεται να επηρεάσουν
τον τρόπο με τον οποίο
οι τράπεζες αποτιμούν
και ενσωματώνουν τον
γεωπολιτικό κίνδυνο
στους μηχανισμούς
διαχείρισης κινδύνου,
κάτι που μεσοπρόθεσμα
μπορεί να οδηγήσει σε
αυξημένες προβλέψεις.
Το πρόγραμμα της άσκησης
ξεκινά με τεχνικές
συναντήσεις μεταξύ
εποπτικών αρχών και
τραπεζών, ενώ το 2026 οι
τράπεζες θα υποβάλουν τα
πρώτα στοιχεία στην ΕΚΤ.
Τα τελικά συμπεράσματα
αναμένεται να
δημοσιοποιηθούν το
καλοκαίρι του ίδιου
έτους σε συγκεντρωτική
μορφή.
Περιορισμένη άμεση
έκθεση στη Μέση Ανατολή
Παρά τη γεωπολιτική
ένταση, η άμεση έκθεση
των ευρωπαϊκών τραπεζών
στην περιοχή παραμένει
περιορισμένη. Σύμφωνα με
στελέχη του Ενιαίου
Εποπτικού Μηχανισμού (SSM),
τα ανοίγματα προς το
Ιράν και το Ισραήλ
αντιστοιχούν περίπου στο
0,7% του CET1
από την πλευρά του
ενεργητικού και στο 0,6%
από την πλευρά του
παθητικού.
Ακόμη και αν
συνυπολογιστούν οι
γειτονικές χώρες, το
συνολικό μέγεθος της
έκθεσης δεν ξεπερνά το
1% του ενεργητικού των
εποπτευόμενων τραπεζών.
Η μοναδική χώρα της
περιοχής όπου
λειτουργούν θυγατρικές
ευρωπαϊκών τραπεζών
είναι η Τουρκία, χωρίς
μέχρι στιγμής να
παρατηρούνται ενδείξεις
σημαντικής πίεσης στο
τραπεζικό σύστημα.
Ωστόσο οι εποπτικές
αρχές επισημαίνουν ότι
οι γεωπολιτικές
εξελίξεις μπορούν να
μεταβληθούν γρήγορα και
γι’ αυτό οι τράπεζες
καλούνται να
ενσωματώνουν τέτοιους
κινδύνους στον
κεφαλαιακό τους
σχεδιασμό.
Οι έμμεσες επιπτώσεις
μέσω της οικονομίας
Αν και οι άμεσες
εκθέσεις είναι
περιορισμένες, οι
έμμεσες επιπτώσεις μιας
ευρύτερης σύγκρουσης
μπορεί να είναι
σημαντικές. Ένα από τα
βασικά κανάλια μετάδοσης
είναι οι τιμές της
ενέργειας.
Μια παρατεταμένη άνοδος
του κόστους πετρελαίου
και φυσικού αερίου θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
υψηλότερο πληθωρισμό
στην Ευρώπη και σε
επιβράδυνση της
οικονομικής
δραστηριότητας. Σε ένα
τέτοιο σενάριο θα
μπορούσαν να αυξηθούν οι
πιέσεις σε επιχειρήσεις
και νοικοκυριά,
επηρεάζοντας την
ανεργία, την
πιστοληπτική ικανότητα
των δανειοληπτών και
τελικά την ποιότητα των
τραπεζικών
χαρτοφυλακίων.
Ένα γεωπολιτικό σοκ
μπορεί να οδηγήσει σε:
επιδείνωση της ποιότητας
του ενεργητικού
ανάγκη για υψηλότερες
προβλέψεις
μείωση της κερδοφορίας
των τραπεζών
πιέσεις στα εποπτικά
κεφάλαια
αύξηση του κόστους
χρηματοδότησης
γενικότερη μείωση της
ανθεκτικότητας του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος.
Πιθανές ανατροπές στα
επιχειρησιακά σχέδια των
τραπεζών
Η γεωπολιτική κρίση
έρχεται σε μια περίοδο
κατά την οποία οι
τράπεζες έχουν ήδη
παρουσιάσει τα
επιχειρησιακά σχέδια της
επόμενης τριετίας. Τα
πλάνα αυτά βασίστηκαν σε
συγκεκριμένες
μακροοικονομικές
υποθέσεις: ισχυρούς
ρυθμούς ανάπτυξης στις
βασικές αγορές,
αποκλιμάκωση του
πληθωρισμού και
σταθερότητα των
επιτοκίων έως το τέλος
του 2026.
Ωστόσο η νέα ενεργειακή
αναταραχή μπορεί να
οδηγήσει σε αναθεώρηση
αυτών των εκτιμήσεων. Οι
αγορές ήδη προεξοφλούν
πιθανότητα νέων αυξήσεων
στα επιτόκια της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας μέσα στο έτος,
εξέλιξη που θα μπορούσε
να αλλάξει τη δυναμική
των τραπεζικών
αποτελεσμάτων.
Οι τραπεζικές διοικήσεις
παρακολουθούν στενά τις
εξελίξεις και
εμφανίζονται
συγκρατημένες στις
εκτιμήσεις τους. Όπως
σημειώνουν στελέχη του
κλάδου, η επίδραση στην
οικονομία θα εξαρτηθεί
σε μεγάλο βαθμό από τη
διάρκεια της κρίσης. Αν
η ένταση αποκλιμακωθεί
σχετικά γρήγορα, οι
επιπτώσεις μπορεί να
είναι περιορισμένες. Σε
διαφορετική περίπτωση,
τα μακροοικονομικά
δεδομένα θα μπορούσαν να
μεταβληθούν αισθητά.
Επιτόκια και πιστωτική
επέκταση
Κρίσιμος παράγοντας για
την πορεία των τραπεζών
παραμένει το κόστος του
χρήματος. Μια άνοδος των
επιτοκίων έχει διπλή
επίδραση: αυξάνει τα
έσοδα από τόκους στα
υφιστάμενα δάνεια, αλλά
ταυτόχρονα μπορεί να
περιορίσει τη ζήτηση για
νέα χρηματοδότηση.
Η πιστωτική επέκταση
συνδέεται άμεσα με το
κόστος δανεισμού αλλά
και με τη γενικότερη
εμπιστοσύνη των
επιχειρήσεων για
επενδύσεις. Εάν η
οικονομική αβεβαιότητα
ενταθεί, οι εταιρείες
ενδέχεται να αναβάλουν
επενδυτικά σχέδια,
επηρεάζοντας τον ρυθμό
αύξησης των δανείων.
Παρά ταύτα, τραπεζικά
στελέχη εκτιμούν ότι μια
σχετικά μικρή μεταβολή
στα επιτόκια –για
παράδειγμα της τάξης των
50 μονάδων βάσης– δεν
είναι από μόνη της
αρκετή για να ανατρέψει
τον σχεδιασμό τους.
Τα «μαξιλάρια» των
τραπεζών
Τα τελευταία χρόνια οι
τράπεζες έχουν
επιχειρήσει να μειώσουν
την εξάρτησή τους από τα
καθαρά έσοδα τόκων,
ενισχύοντας τις
δραστηριότητες που
αποφέρουν προμήθειες. Η
ανάπτυξη υπηρεσιών
asset
management,
bancassurance
και επενδυτικής
τραπεζικής έχει αυξήσει
τη συμβολή των μη
τοκοφόρων εσόδων στο
συνολικό εισόδημα των
ομίλων.
Παράλληλα, μετά την
πολυετή διαδικασία
εξυγίανσης των
ισολογισμών τους, οι
τράπεζες εμφανίζονται
πιο αισιόδοξες για την
ποιότητα των δανειακών
τους χαρτοφυλακίων.
Πολλά από τα υφιστάμενα
δάνεια έχουν ήδη
δοκιμαστεί σε δύσκολες
οικονομικές συνθήκες,
ενώ οι νεότερες
χορηγήσεις έχουν δοθεί
με αυστηρότερους
πιστωτικούς όρους.
Ο γεωπολιτικός κίνδυνος
ως μόνιμος παράγοντας
αβεβαιότητας
Για τις ευρωπαϊκές
εποπτικές αρχές, ο
γεωπολιτικός κίνδυνος
έχει πλέον αναδειχθεί σε
βασικό παράγοντα
μακροοικονομικής
αβεβαιότητας. Μπορεί να
επηρεάσει ταυτόχρονα
πολλαπλές κατηγορίες
κινδύνου –πιστωτικούς,
αγοραίους, ρευστότητας
και λειτουργικούς– μέσω
των χρηματοπιστωτικών
αγορών αλλά και της
πραγματικής οικονομίας.
Γι’ αυτό και βρίσκεται
στο επίκεντρο των
εποπτικών προτεραιοτήτων
της ΕΚΤ για την περίοδο
2026-2028, με τις
τράπεζες να καλούνται να
ενσωματώνουν όλο και
περισσότερο τα
γεωπολιτικά σενάρια στον
στρατηγικό τους
σχεδιασμό.
Σε ένα περιβάλλον
αυξανόμενης
αβεβαιότητας, η
ανθεκτικότητα των
τραπεζών θα εξαρτηθεί
τελικά όχι μόνο από τα
κεφαλαιακά τους
«μαξιλάρια», αλλά και
από την ικανότητά τους
να προσαρμόζουν έγκαιρα
τα επιχειρηματικά τους
μοντέλα στις νέες
συνθήκες.
|