|
Το κινεζικό ρενμίνμπι θα
μπορούσε επίσης να
αναδειχθεί σε
εναλλακτική λύση
απέναντι στο δολάριο,
δεδομένου του μεγέθους
της κινεζικής οικονομίας
και της σημασίας της για
το παγκόσμιο εμπόριο.
Ωστόσο, η διεθνής
απήχησή του περιορίζεται
από τους κεφαλαιακούς
ελέγχους, την
περιορισμένη
μετατρεψιμότητά του και
τη νομική αβεβαιότητα. Ο
χρυσός προσφέρει κάποια
προστασία έναντι των
γεωπολιτικών κινδύνων,
ενώ τα κρυπτονομίσματα
μπορούν να
διαδραματίσουν ρόλο σε
ορισμένες αγορές
επενδύσεων και πληρωμών.
Κανένα από τα δύο, όμως,
δεν προσφέρει τη
ρευστότητα και τη
σταθερότητα που
αναμένονται από ένα
κορυφαίο διεθνές
νόμισμα.
Όλα αυτά δημιουργούν ένα
περιορισμένο παράθυρο
ευκαιρίας για το ευρώ.
Οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι
χάραξης πολιτικής ορθώς
τονίζουν ότι η ενίσχυση
του διεθνούς ρόλου του
προϋποθέτει μια
πραγματική ένωση
κεφαλαιαγορών, μια
λειτουργική τραπεζική
ένωση και μεγαλύτερη
προσφορά ασφαλών
περιουσιακών στοιχείων
σε ευρώ με υψηλή
ρευστότητα. Οι
μεταρρυθμίσεις αυτές
είναι απαραίτητες, αλλά
εστιάζουν αποκλειστικά
στα χρηματοπιστωτικά
θεμέλια του νομίσματος.
Εξίσου σημαντική είναι
και η διεύρυνση της
γεωγραφικής του
εμβέλειας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι
το ευρώ εξακολουθεί να
μην αποτελεί το νόμισμα
ολόκληρης της ΕΕ. Έπειτα
από μια μακρά πολιτική
και οικονομική πορεία,
την οποία ανέλυσαν
πρόσφατα οι
Charles
Enoch
και Anne-Marie
Gulde-Wolf,
η ένταξη της Βουλγαρίας
τον Ιανουάριο ανέβασε τα
μέλη της ευρωζώνης σε
21. Έξι κράτη-μέλη
εξακολουθούν να
βρίσκονται εκτός: η
Τσεχία, η Δανία, η
Ουγγαρία, η Πολωνία, η
Ρουμανία και η Σουηδία.
Μόνο η Δανία διαθέτει,
βάσει των συνθηκών της
ΕΕ, το δικαίωμα μόνιμης
εξαίρεσης από την
υιοθέτηση του ευρώ. Τα
υπόλοιπα πέντε κράτη
έχουν δεσμευτεί επί της
αρχής να το υιοθετήσουν
στο μέλλον, χωρίς ωστόσο
να υπάρχει δεσμευτικό
χρονοδιάγραμμα.
Για χρόνια, η Ευρώπη
αποδεχόταν το γεγονός
ότι αρκετά κράτη-μέλη
επέλεγαν να παραμείνουν
εκτός ευρωζώνης. Αυτό
που κάποτε αποτελούσε
μια ανεκτή εξαίρεση
εξελίσσεται πλέον
γρήγορα σε στρατηγική
αδυναμία. Ένα νόμισμα με
παγκόσμιες φιλοδοξίες
δεν θα έπρεπε να
δυσκολεύεται να κερδίσει
την εμπιστοσύνη χωρών
που βρίσκονται στην ίδια
του τη γειτονιά. Αν τα
κράτη που εξακολουθούν
να απέχουν επανεξετάσουν
τη στάση τους, οι
επενδυτές και οι
διαχειριστές
συναλλαγματικών
αποθεμάτων σε άλλες
περιοχές του κόσμου θα
το προσέξουν.
Η Σουηδία αποτελεί
χαρακτηριστικό
παράδειγμα του τρόπου με
τον οποίο η οικονομική
ολοκλήρωση και οι
γεωπολιτικές αλλαγές
έχουν μεταβάλει τα
δεδομένα σχετικά με την
ένταξη στην ευρωζώνη.
Μια πρόσφατη
επανεκτίμηση, υπό την
καθοδήγηση του
οικονομολόγου
Lars
Calmfors,
ο οποίος στο παρελθόν
είχε υποστηρίξει την
απόρριψη του ευρώ,
κατέληξε στο συμπέρασμα
ότι τα επιχειρήματα υπέρ
της ένταξης είναι σήμερα
ισχυρότερα από ποτέ. Η
σουηδική οικονομία
κινείται ολοένα
περισσότερο σε
συγχρονισμό με την
ευρωζώνη, ενώ η
τραπεζική διασύνδεση, η
γεωπολιτική αβεβαιότητα
και η δυνατότητα
μεγαλύτερης επιρροής
στις ευρωπαϊκές
αποφάσεις καθιστούν την
υιοθέτηση του ευρώ
ελκυστικότερη επιλογή.
Η απομάκρυνση του πρώην
πρωθυπουργού της
Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν
από την εξουσία έχει
ανατρέψει χρόνια
απομάκρυνσης της χώρας
από τον ευρωπαϊκό
πολιτικό και οικονομικό
κορμό, ανοίγοντας
ενδεχομένως τον δρόμο
για την ένταξή της στην
ευρωζώνη. Μια αξιόπιστη
δέσμευση για την
υιοθέτηση του ευρώ θα
συνέβαλλε στη
σταθεροποίηση των
προσδοκιών και στη
μείωση του ασφαλίστρου
κινδύνου της χώρας, μια
διαδικασία που έχει ήδη
ξεκινήσει υπό τη νέα
κυβέρνηση.
Για την Πολωνία, την
αναπτυξιακή
πρωταγωνίστρια της
Κεντρικής Ευρώπης, η
οποία ενισχύει με ταχείς
ρυθμούς τις στρατιωτικές
της δυνατότητες, η
παραμονή εκτός ευρωζώνης
γίνεται ολοένα
δυσκολότερο να
δικαιολογηθεί. Αν
επιθυμεί πραγματικά να
διαδραματίσει
καθοριστικό ρόλο στη
διαμόρφωση του μέλλοντος
της Ευρώπης, θα πρέπει
να έχει λόγο στους
νομισματικούς θεσμούς
που καθορίζουν τον τρόπο
με τον οποίο η ΕΕ
χρηματοδοτεί την
οικονομική ανθεκτικότητα
και την άμυνά της.
Υπάρχει, βεβαίως, και το
Ηνωμένο Βασίλειο, του
οποίου η σχέση με την
Ευρώπη είναι πιο
περίπλοκη. Αντί να
απομακρύνει τη χώρα από
το ευρωπαϊκό οικονομικό
και περιβάλλον
ασφαλείας, το
Brexit
ανέδειξε το κόστος της
παραμονής εκτός των
κεντρικών θεσμών της ΕΕ.
Παρότι η προοπτική
ένταξης στην ευρωζώνη
παραμένει μακρινή, μια
πιθανή επιστροφή στον
οικονομικό πυρήνα της
Ευρώπης θα μπορούσε
τελικά να ενισχύσει το
ευρύτερο οικοσύστημα του
ευρώ.
Ορισμένοι θα υποστήριζαν
ότι η παραμονή εκτός
ευρωζώνης προσφέρει
πολύτιμη νομισματική
ευελιξία όταν οι
οικονομικοί κύκλοι μιας
χώρας αποκλίνουν από
εκείνους της ευρωζώνης.
Για τις ευρωπαϊκές
οικονομίες που είναι
βαθιά ενσωματωμένες
μεταξύ τους, όμως, αυτή
η αυτονομία υπάρχει
κυρίως στα χαρτιά. Ενώ η
μεταβλητότητα των
συναλλαγματικών
ισοτιμιών τροφοδοτεί τον
πληθωρισμό, οι κεντρικές
τράπεζες εξαρτώνται σε
υπερβολικό βαθμό από την
ΕΚΤ για να μπορούν να
χαράξουν ανεξάρτητη
πορεία. Και όπως έδειξαν
οι δυσμενείς επιδόσεις
της Ουγγαρίας στον
πληθωρισμό κατά τα
τελευταία χρόνια της
διακυβέρνησης Όρμπαν, η
νομισματική κυριαρχία
μπορεί να γίνει
αντικείμενο κατάχρησης.
Το κρίσιμο στοιχείο
είναι ότι η συμμετοχή
στην ευρωζώνη δεν αφορά
πλέον αποκλειστικά τις
συναλλαγματικές
ισοτιμίες και τη
νομισματική πολιτική. Ο
πόλεμος της Ρωσίας στην
Ουκρανία και, στη
συνέχεια, η αποδυνάμωση
των αμερικανικών
εγγυήσεων ασφαλείας από
τον πρόεδρο των ΗΠΑ
Ντόναλντ Τραμπ ανάγκασαν
την Ευρώπη να
αντιμετωπίσει το ερώτημα
πώς θα χρηματοδοτήσει τη
δική της άμυνα και την
οικονομική της
ανθεκτικότητα. Η
ολοκλήρωση των
κεφαλαιαγορών και η
δημιουργία ασφαλών
περιουσιακών στοιχείων
σε ευρώ θα είναι
καθοριστικής σημασίας
για την άντληση των
τεράστιων κεφαλαίων που
απαιτούνται για
επενδύσεις στην άμυνα,
στις υποδομές, στην
ενέργεια και στην
τεχνολογία.
Μεγάλο μέρος αυτής της
χρηματοδότησης θα πρέπει
να αφορά κράτη-μέλη της
ΕΕ που βρίσκονται εκτός
ευρωζώνης, ιδίως την
Πολωνία και τη Σουηδία,
καθώς και χώρες εκτός
ΕΕ, όπως το Ηνωμένο
Βασίλειο και η Ουκρανία.
Ο κοινός ευρωπαϊκός
δανεισμός και άλλα κοινά
χρηματοδοτικά εργαλεία
θα μπορούσαν να
δημιουργήσουν μια
μεγαλύτερη δεξαμενή
ασφαλών περιουσιακών
στοιχείων, την οποία
απαιτούν οι διεθνείς
επενδυτές, ενώ παράλληλα
θα χρηματοδοτούσαν
δημόσια αγαθά που έχουν
επείγουσα ανάγκη από
πόρους.
Μια διευρυμένη ευρωζώνη
θα βοηθούσε επίσης να
ενταχθούν στην
οικονομική σφαίρα
επιρροής της ΕΕ οι πιο
ευάλωτοι γείτονές της.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν
εννέα αναγνωρισμένες
υποψήφιες χώρες για
ένταξη στην ΕΕ, μεταξύ
των οποίων η Ουκρανία.
Το Μαυροβούνιο
χρησιμοποιεί μονομερώς
το ευρώ εδώ και
περισσότερες από δύο
δεκαετίες, ενώ και άλλες
υποψήφιες χώρες
βασίζονται σε μεγάλο
βαθμό σε αυτό για τις
τραπεζικές συναλλαγές,
το εμπόριο και τα
εμβάσματα.
Σε έναν κόσμο
ανταγωνιστικών μπλοκ, το
καθεστώς ενός νομίσματος
ως διεθνούς μέσου
συναλλαγών και
αποθεματοποίησης θα
εξαρτάται από την
εμπιστοσύνη στους
πολιτικούς θεσμούς και
όχι μόνο από το
οικονομικό μέγεθος. Το
πλεονέκτημα του ευρώ
έγκειται στον συνδυασμό
μιας ανοικτής αγοράς,
προβλέψιμων κανόνων,
ανεξάρτητης κεντρικής
τράπεζας και
δημοκρατικής λογοδοσίας.
Η Ευρώπη θα πρέπει να
αξιοποιήσει αυτά τα
πλεονεκτήματα,
αναπτύσσοντας
στενότερους
νομισματικούς δεσμούς με
γειτονικές και
συμμαχικές χώρες που
συμμερίζονται αυτές τις
αρχές, ξεκινώντας από
τις χώρες του Ευρωπαϊκού
Οικονομικού Χώρου που
δεν ανήκουν στην ΕΕ.
Προβλέψιμες
διευκολύνσεις ανταλλαγής
νομισμάτων (swap)
και συμφωνίες επαναγοράς
(repo)
από την ΕΚΤ,
συνδεδεμένες με την
οικονομική ολοκλήρωση
και την τήρηση θεσμικών
προτύπων, θα μπορούσαν
να διευρύνουν περαιτέρω
την εμβέλεια του ευρώ,
χωρίς η πρόσβαση στη
ρευστότητα της Ευρώπης
να μετατραπεί σε
γεωπολιτικό εργαλείο.
Τελικά, ο διεθνής ρόλος
του ευρώ θα κριθεί από
τις χρηματοπιστωτικές
αγορές. Ωστόσο, παρότι η
ΕΕ δεν μπορεί να
υποχρεώσει τις κεντρικές
τράπεζες, τις
επιχειρήσεις ή τους
επενδυτές να
χρησιμοποιούν το νόμισμά
της, μπορεί να τους
δώσει περισσότερους
λόγους για να το
επιλέξουν.
Η Piroska
Nagy
Mohácsi
είναι επισκέπτρια
καθηγήτρια στο
London
School
of
Economics
and
Political
Science
και συνιδρύτρια του
EuroForward.
Πηγή: Project Syndicate
|