|
Η εκτίμησή του
επιβεβαιώθηκε, καθώς η
βελτίωση του κλίματος
γύρω από το ενδεχόμενο
εκεχειρίας ενίσχυσε τη
διάθεση για ρίσκο,
οδηγώντας τις
αμερικανικές μετοχές σε
ισχυρή ανοδική πορεία. Ο
Nasdaq
100 κατέγραψε το
μεγαλύτερο ανοδικό σερί
του από το 2013, ενώ ο
S&P
500 επέστρεψε πάνω από
τα υψηλά του Ιανουαρίου.
Όπως σημείωσε ο ίδιος,
οι έντονες πτωτικές
κινήσεις συχνά
σηματοδοτούν ότι η αγορά
έχει ήδη αποτιμήσει τα
χειρότερα σενάρια. «Όταν
το επενδυτικό κλίμα
καταρρέει τόσο έντονα,
συνήθως σημαίνει ότι ο
πυθμένας δεν βρίσκεται
μακριά», ανέφερε
χαρακτηριστικά.
Παρότι εμφανίζεται
αισιόδοξος για τη
μακροπρόθεσμη πορεία των
αγορών, παραμένει
επιφυλακτικός
βραχυπρόθεσμα λόγω της
γεωπολιτικής
αβεβαιότητας και των
εξελίξεων γύρω από τα
Στενά του Ορμούζ. Εκτιμά
ότι η αστάθεια θα
συνεχιστεί και δεν
αποκλείει μια
παρατεταμένη περίοδο
συσσώρευσης έως το
καλοκαίρι.
Με εμπειρία σχεδόν πέντε
δεκαετιών στη
Wall
Street,
ο Γιαρντένι έχει
συνδέσει το όνομά του με
επιτυχημένες προβλέψεις
για σημαντικές καμπές
των αγορών, όπως τα
χαμηλά του 1982 και της
κρίσης του 2009. Αν και
έχει αστοχήσει σε
ορισμένες εκτιμήσεις
—όπως στην πτώση του
2022 λόγω των επιθετικών
αυξήσεων επιτοκίων της
Fed—
εξακολουθεί να θεωρείται
από τις πιο επιδραστικές
φωνές της αγοράς.
Ο ίδιος εκτιμά ότι οι
μεγάλες τεχνολογικές
εταιρείες έχουν
ανακτήσει τον κυρίαρχο
ρόλο τους, λειτουργώντας
πλέον ως «μετοχές για
όλες τις εποχές»,
προσελκύοντας κεφάλαια
ακόμη και σε περιόδους
αυξημένης αβεβαιότητας,
όπως γεωπολιτικές
κρίσεις ή πληθωριστικές
πιέσεις.
Παρά τις βραχυπρόθεσμες
ανησυχίες, διατηρεί
αμετάβλητο τον στόχο του
για τον S&P
500 στις 7.700 μονάδες
έως το τέλος του έτους,
επίπεδο που συνεπάγεται
περαιτέρω άνοδο περίπου
9% από τα τρέχοντα
επίπεδα.
Σύμφωνα με τον ίδιο,
σημαντικά κεφάλαια
παραμένουν ακόμη εκτός
αγοράς, έτοιμα να
τοποθετηθούν σε
περιόδους διόρθωσης, ενώ
η ανθεκτικότητα των
εταιρικών κερδών
συνεχίζει να στηρίζει
τις αποτιμήσεις. Όπως
επισημαίνει, αυτός είναι
και ένας από τους
βασικούς λόγους που οι
αγορές δεν κατέγραψαν
βαθύτερη πτώση μετά την
έναρξη των αμερικανικών
επιθέσεων στο Ιράν στα
τέλη Φεβρουαρίου.
«Υπάρχει μεγάλη
ρευστότητα στο περιθώριο
που περιμένει να
αξιοποιήσει κάθε πτώση
της αγοράς», ανέφερε
χαρακτηριστικά.
|