| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Δευτέρα, 26/10/2026

   

 

Η Κίνα εξάγει περισσότερα προϊόντα από ποτέ και καταγράφει ιστορικά υψηλό εμπορικό πλεόνασμα, την ώρα που η εγχώρια ζήτηση παραμένει αδύναμη και η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται. Η αντίφαση αυτή αποτυπώνει τις βαθιές ανισορροπίες του κινεζικού αναπτυξιακού μοντέλου, οι οποίες εντείνονται και μεταφέρονται πλέον στις εμπορικές σχέσεις της χώρας με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το Πεκίνο δέχεται αυξανόμενες πιέσεις να περιορίσει τις βιομηχανικές επιδοτήσεις, να ενισχύσει την εγχώρια κατανάλωση και να επιτρέψει μεγαλύτερη ανατίμηση του γουάν. Ωστόσο, η κινεζική ηγεσία δεν δείχνει πρόθυμη να αλλάξει ουσιαστικά πορεία. Οι εξαγωγές αποτελούν βασικό μοχλό ανάπτυξης, αλλά και εργαλείο για την ενίσχυση της τεχνολογικής υπεροχής και της γεωπολιτικής ισχύος της χώρας.

Σύμφωνα με την ανάλυση της BNP Paribas, για να γίνει κατανοητή η στάση της Κίνας πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο οι οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζει όσο και οι στρατηγικές προτεραιότητες του Πεκίνου. Η αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου δεν αποτελεί απλώς μια οικονομική επιλογή, αλλά μια απόφαση με σημαντικές πολιτικές, δημοσιονομικές και γεωστρατηγικές συνέπειες.

 

Επιβράδυνση της ανάπτυξης και διεύρυνση των ανισορροπιών

Η κινεζική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 4,6% σε ετήσια βάση κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2026, έναντι 5% το 2025. Πίσω από τους συνολικούς αριθμούς, όμως, διαμορφώνεται μια ολοένα μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στην εξωτερική ανταγωνιστικότητα της χώρας και στην κατάσταση της εγχώριας οικονομίας.

Οι εξαγωγές παραμένουν ιδιαίτερα ισχυρές, κυρίως χάρη στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, στον εξοπλισμό τεχνητής νοημοσύνης και στις τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Αντίθετα, η κατανάλωση των νοικοκυριών και οι επενδύσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες.

Η κρίση στην αγορά ακινήτων, η οποία διαρκεί ήδη έξι χρόνια, και η αδύναμη αγορά εργασίας επιβαρύνουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Από τις αρχές του 2026, τα νοικοκυριά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη μείωση του χρέους τους, ενώ τα τραπεζικά δάνεια προς αυτά έχουν υποχωρήσει κατά 1% σε ετήσια βάση. Οι πωλήσεις κατοικιών συνεχίζουν να μειώνονται και οι λιανικές πωλήσεις παραμένουν ουσιαστικά στάσιμες.

Παράλληλα, η κάμψη των επενδύσεων δεν περιορίζεται πλέον στον κλάδο των ακινήτων. Επεκτείνεται στις υποδομές και σε αρκετούς τομείς της μεταποίησης, με ορισμένες εξαιρέσεις, όπως τα ηλεκτρονικά και ηλεκτρικά προϊόντα, οι μεταφορές, οι επικοινωνίες και η κλωστοϋφαντουργία.

Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία δύο ταχυτήτων: από τη μία πλευρά, εξαγωγικοί κλάδοι που ενισχύουν την παγκόσμια παρουσία της Κίνας και, από την άλλη, νοικοκυριά και επιχειρήσεις που δεν επωφελούνται στον ίδιο βαθμό από αυτή τη δυναμική.

Οι εξαγωγές καλύπτουν το κενό της εγχώριας ζήτησης

Οι εξαγωγές αποτελούν πλέον έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της κινεζικής ανάπτυξης. Η καθαρή συμβολή τους εκτιμάται ότι θα αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο της πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ το 2026, όπως συνέβη και την περίοδο 2024-2025.

Στους πρώτους εννέα μήνες του 2026, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 21,9% σε ετήσια βάση σε όρους δολαρίου, έναντι μόλις 5,2% το 2025. Οι κινεζικές επιχειρήσεις διατήρησαν παράλληλα το μερίδιό τους στο 14,6% των παγκόσμιων εξαγωγών κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η δυναμική των προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Οι εξαγωγές αγαθών που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη αυξήθηκαν κατά 55,8% στο εννεάμηνο, ενώ σημαντική ανάπτυξη καταγράφουν επίσης οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα και τα ρομποτικά συστήματα.

Η ενίσχυση αυτή δεν οφείλεται μόνο στις μεγαλύτερες ποσότητες. Οι τιμές των εξαγόμενων προϊόντων έχουν επίσης ανακάμψει, έπειτα από τρία χρόνια πτώσης, αν και η άνοδός τους παραμένει χαμηλότερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο τιμών.

Οι εισαγωγές, από την άλλη πλευρά, αυξήθηκαν κατά 27,2% στο εννεάμηνο του 2026, καθώς ενισχύθηκαν τόσο οι όγκοι όσο και οι τιμές. Το μεγαλύτερο όφελος αποκομίζουν οι εξαγωγείς πρώτων υλών και οι ασιατικές οικονομίες που συμμετέχουν στις αλυσίδες παραγωγής εξοπλισμού τεχνητής νοημοσύνης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Νότια Κορέα.

Παρά την ανάκαμψη των εισαγωγών, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλό επίπεδο.

Εμπορικό πλεόνασμα 1,25 τρισ. δολαρίων

Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ανήλθε στα 1,249 τρισ. δολάρια στο δωδεκάμηνο έως τον Σεπτέμβριο του 2026, ποσό περίπου τριπλάσιο από εκείνο του 2019.

Παράλληλα, το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να προσεγγίσει τα 800 δισ. δολάρια το 2026, αντιστοιχώντας σχεδόν στο 4% του κινεζικού ΑΕΠ. Ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ, το μέγεθος αυτό υπολογίζεται στο 0,6%, επίπεδο χωρίς προηγούμενο.

Η εξέλιξη αντανακλά το γεγονός ότι η Κίνα παράγει πολύ περισσότερα αγαθά από όσα απορροφά η εγχώρια αγορά της. Το πλεόνασμα δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα της ισχυρής εξαγωγικής επίδοσης, αλλά και της αδυναμίας της εγχώριας κατανάλωσης να συμβαδίσει με την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας.

Η ανταγωνιστικότητα των κινεζικών προϊόντων στηρίζεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων:

Τεχνολογική αναβάθμιση: Η καινοτομία και η μετακίνηση προς προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας ενισχύουν τη θέση των κινεζικών επιχειρήσεων.

Χαμηλό κόστος παραγωγής: Η εργασία, η ενέργεια, η γη, η φθηνή χρηματοδότηση και οι φορολογικές ενισχύσεις περιορίζουν το κόστος των επιχειρήσεων.

Συναλλαγματική ισοτιμία: Το γουάν έχει ανατιμηθεί σταδιακά από τα μέσα του 2025, χωρίς όμως να έχει αντισταθμίσει την προηγούμενη υποτίμησή του κατά την περίοδο 2022-2025.

Η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία του γουάν παραμένει περίπου 10% χαμηλότερη από τον μέσο όρο του 2021. Στο τέλος του 2025, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμούσε ότι το νόμισμα ήταν υποτιμημένο κατά 12%-20%.

Γιατί το Πεκίνο δεν αλλάζει πορεία

Η κινεζική ηγεσία αντιμετωπίζει τις εξαγωγές ως κάτι πολύ περισσότερο από έναν τρόπο ενίσχυσης του ΑΕΠ. Η εξαγωγική στρατηγική συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της απασχόλησης, τη διαχείριση του χρέους, την τεχνολογική αυτάρκεια και τη γεωπολιτική επιρροή της χώρας.

1. Η ανάγκη διατήρησης της ανάπτυξης

Η Κίνα βρίσκεται σε μετάβαση από το προηγούμενο αναπτυξιακό μοντέλο, το οποίο στηριζόταν στις επενδύσεις σε ακίνητα και παραδοσιακές βιομηχανίες, με σημαντική χρηματοδότηση μέσω δανεισμού.

Το νέο μοντέλο δίνει έμφαση στις λεγόμενες «νέες παραγωγικές δυνάμεις», δηλαδή στην τεχνητή νοημοσύνη, στον προηγμένο εξοπλισμό, στα ηλεκτρικά οχήματα και στις πράσινες τεχνολογίες.

Ωστόσο, η εγχώρια ζήτηση δεν είναι ακόμη αρκετά ισχυρή ώστε να απορροφήσει την παραγωγή αυτών των κλάδων. Οι εξαγωγές λειτουργούν ως διέξοδος για την παραγωγική δυναμικότητα και ως μηχανισμός στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.

Ταυτόχρονα, το Πεκίνο επιδιώκει να αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη και την καινοτομία για να αυξήσει την παραγωγικότητα και να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις από τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού. Η διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης θεωρείται κρίσιμη για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη διαχείριση του συσσωρευμένου χρέους.

2. Η τεχνολογική και στρατηγική υπεροχή

Οι εξαγωγές αποτελούν επίσης εργαλείο για την ενίσχυση της κινεζικής παρουσίας σε στρατηγικούς κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα και οι τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα θεωρούνται κρίσιμοι τομείς για την οικονομική και εθνική ασφάλεια.

Μέσω της κυριαρχίας στις αλυσίδες αξίας, η Κίνα επιδιώκει να περιορίσει την εξάρτησή της από ξένους προμηθευτές και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της ισχύ.

Η στρατηγική υποκατάστασης των εισαγωγών και η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής εξυπηρετούν τον ίδιο στόχο. Ωστόσο, περιορίζουν παράλληλα τη ζήτηση για προϊόντα από άλλες χώρες, επιδεινώνοντας τις εξωτερικές ανισορροπίες.

3. Η πολιτική επιλογή και το κόστος της κοινωνικής προστασίας

Μία από τις βασικές προτάσεις για την ενίσχυση της κινεζικής κατανάλωσης είναι η διεύρυνση του κοινωνικού κράτους. Η ενίσχυση των συστημάτων υγείας, συντάξεων και κοινωνικών υπηρεσιών θα μπορούσε να μειώσει την ανάγκη των νοικοκυριών να αποταμιεύουν μεγάλα ποσά για μελλοντικές ανάγκες.

Το 2025, το ποσοστό αποταμίευσης των κινεζικών νοικοκυριών εκτιμάται στο 35,7% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, περισσότερο από το διπλάσιο του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

Η ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας θα μπορούσε να αυξήσει την κατανάλωση, αλλά συνεπάγεται σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις μελλοντικές ανάγκες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη, ενώ οι τοπικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ήδη πιέσεις από τη μείωση των εσόδων που προέρχονταν από πωλήσεις γης, τα υψηλά ελλείμματα και το αυξανόμενο χρέος.

Το Πεκίνο επιδιώκει επομένως να διατηρήσει δημοσιονομικά περιθώρια για μελλοντικές κρίσεις, αντί να προχωρήσει άμεσα σε μια μεγάλη ανακατανομή πόρων προς τα νοικοκυριά.

Παράλληλα, η έμφαση στην κοινωνική προστασία παραμένει χαμηλότερη από εκείνη που δίνεται στη βιομηχανική και τεχνολογική πολιτική. Το νέο πενταετές σχέδιο της Κίνας δίνει προτεραιότητα στην καινοτομία και στην τεχνολογική αυτάρκεια, ενώ οι βαθύτερες μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης παραμένουν σε δεύτερο πλάνο.

Το τίμημα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Το εξαγωγικό μοντέλο ενισχύει την παραγωγική και τεχνολογική ισχύ της Κίνας, αλλά δημιουργεί αυξανόμενες πιέσεις στο εσωτερικό της οικονομίας.

Η έμφαση στη μεταποίηση έναντι των υπηρεσιών επηρεάζει την κατανομή του εισοδήματος. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παραθέτει η BNP Paribas, το μερίδιο της προστιθέμενης αξίας που κατευθύνεται στις αμοιβές των εργαζομένων ανέρχεται περίπου στο 50% στον τομέα των υπηρεσιών, έναντι 41% στη μεταποίηση.

Την ίδια στιγμή, η κρίση στην αγορά ακινήτων διαβρώνει τον πλούτο των νοικοκυριών, ενώ σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεών τους παραμένει σε τραπεζικούς λογαριασμούς χαμηλής απόδοσης. Οι κοινωνικές δαπάνες αυξάνονται επίσης με πιο αργούς ρυθμούς: κατά μέσο όρο 5,2% ετησίως από το 2020, έναντι 9,7% την προηγούμενη πενταετία.

Πιέσεις δέχονται και οι επιχειρήσεις. Η υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα και ο έντονος ανταγωνισμός τιμών, που στην Κίνα περιγράφονται συχνά με τον όρο involution, συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους.

Τα συνολικά κέρδη των βιομηχανικών επιχειρήσεων έχουν ανακάμψει το 2026, αλλά η βελτίωση συγκεντρώνεται κυρίως σε κλάδους που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, το ποσοστό των βιομηχανικών επιχειρήσεων που καταγράφουν ζημιές έχει αυξηθεί στο 30%, από 26% το 2022.

Οι πιέσεις αυτές επεκτείνονται στην υπόλοιπη οικονομία μέσω των καθυστερήσεων πληρωμών και της επιδείνωσης της κερδοφορίας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Συνεπώς, η εξαγωγική επιτυχία δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ευρεία βελτίωση των εισοδημάτων και της οικονομικής ασφάλειας των νοικοκυριών.

Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ γίνονται λιγότερο ανεκτικές

Οι εμπορικοί εταίροι της Κίνας εκφράζουν ολοένα εντονότερη δυσαρέσκεια για το μέγεθος των πλεονασμάτων της και για τις κρατικές ενισχύσεις που στηρίζουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών της.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της κινεζικής τελωνειακής διοίκησης, οι ΗΠΑ απορρόφησαν περίπου το 24% του κινεζικού εμπορικού πλεονάσματος και η Ευρωπαϊκή Ένωση το 28% κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες.

Οι εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ παραμένουν εύθραυστες, καθώς η υφιστάμενη αποκλιμάκωση των δασμών δεν αναιρεί τον ανταγωνισμό για την τεχνολογική υπεροχή και τον έλεγχο στρατηγικών αλυσίδων εφοδιασμού. Η ένταση θα μπορούσε να αναζωπυρωθεί το 2027, όταν λήξει η σημερινή εμπορική ανακωχή.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση. Αντί να επιδιώκει πλήρη αποσύνδεση από την κινεζική οικονομία, επιδιώκει να περιορίσει τους κινδύνους και να προστατεύσει κρίσιμους κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η χημική βιομηχανία. Παράλληλα, εξετάζει πιο στοχευμένους περιορισμούς και αυστηρότερους όρους πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά, ιδιαίτερα όταν διαπιστώνονται σοβαρές στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.

Η προσέγγιση αυτή αφήνει χώρο για κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη, αλλά δεν αποκλείει νέες εμπορικές εντάσεις. Όσο οι ανισορροπίες διευρύνονται, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η αντιπαράθεση να οδηγήσει σε περιορισμούς που θα επηρεάσουν το εμπόριο, τις επενδύσεις και την παγκόσμια ανάπτυξη.

Γιατί μια συμφωνημένη εξισορρόπηση είναι δύσκολη

Μια συντονισμένη προσαρμογή του κινεζικού αναπτυξιακού μοντέλου, αντίστοιχη με τη διεθνή συμφωνία του 1985 για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, θεωρείται δύσκολο να επιτευχθεί στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον.

Το Πεκίνο και οι εμπορικοί του εταίροι διαφωνούν τόσο ως προς τα αίτια των ανισορροπιών όσο και ως προς τις πολιτικές που θα μπορούσαν να τις περιορίσουν. Η Κίνα αποδίδει τα πλεονάσματά της στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της και υποστηρίζει ότι οι χαμηλές αποταμιεύσεις των ΗΠΑ συμβάλλουν στις παγκόσμιες ανισορροπίες. Οι δυτικές οικονομίες, αντίθετα, δίνουν έμφαση στις κρατικές επιδοτήσεις, στην αδύναμη εγχώρια κατανάλωση και στις στρεβλώσεις που προκαλεί η υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα.

Ακόμη και μια ανατίμηση του γουάν δεν θα αρκούσε από μόνη της για να επιλύσει το πρόβλημα. Θα μπορούσε να περιορίσει μέρος του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος των κινεζικών εξαγωγών, αλλά δεν θα αντιμετώπιζε τις βαθύτερες αιτίες της χαμηλής κατανάλωσης και της υπερβολικής εξάρτησης από τη βιομηχανική παραγωγή.

Ποιες αλλαγές θα μπορούσαν να περιορίσουν τις ανισορροπίες

Η σταδιακή εξισορρόπηση προϋποθέτει αλλαγές τόσο στην Κίνα όσο και στις οικονομίες που διατηρούν εμπορικά ελλείμματα απέναντί της.

Για το Πεκίνο, η ενίσχυση της εγχώριας κατανάλωσης θα απαιτούσε μεγαλύτερη κοινωνική προστασία, ουσιαστικότερη στήριξη των νοικοκυριών και περιορισμό της υπερβολικής εξάρτησης από τις βιομηχανικές επιδοτήσεις. Παράλληλα, μια πιο ευέλικτη συναλλαγματική πολιτική θα μπορούσε να συμβάλει στην προσαρμογή της ανταγωνιστικότητας.

Βραχυπρόθεσμα, η Κίνα θα μπορούσε να μειώσει τις εμπορικές εντάσεις αυξάνοντας τις επενδύσεις της στο εξωτερικό. Τα μεγάλα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών τής παρέχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει παραγωγικές επενδύσεις σε άλλες χώρες, στηρίζοντας παράλληλα τη βιομηχανική δυναμικότητα των εμπορικών της εταίρων και διατηρώντας την πρόσβασή της στις αγορές τους.

Από την πλευρά τους, οι χώρες με μεγάλα ελλείμματα θα χρειαστεί να ενισχύσουν την εγχώρια αποταμίευση και να περιορίσουν τις ανισορροπίες τους. Η προσαρμογή, επομένως, δεν μπορεί να επιβαρύνει αποκλειστικά την Κίνα.

Η βαθύτερη αλλαγή, ωστόσο, θα έρθει μόνο όταν το Πεκίνο κρίνει ότι το κόστος του εξαγωγικού μοντέλου —οι εμπορικές συγκρούσεις, η πίεση στα περιθώρια κέρδους και η αδύναμη εγχώρια ζήτηση— υπερβαίνει τα στρατηγικά οφέλη από την ενίσχυση της τεχνολογικής και βιομηχανικής του ισχύος.

Το μεγάλο δίλημμα της κινεζικής οικονομίας

Η Κίνα δεν επιδιώκει απλώς να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Θέλει να εξασφαλίσει ότι θα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των τεχνολογικών εξελίξεων και ότι θα μειώσει την εξάρτησή της από το εξωτερικό σε κρίσιμους τομείς.

Αυτό εξηγεί γιατί το Πεκίνο εμφανίζεται απρόθυμο να προχωρήσει σε μια γρήγορη αναθεώρηση του αναπτυξιακού του μοντέλου, ακόμη και όταν οι εξωτερικές ανισορροπίες γίνονται δυσκολότερα διαχειρίσιμες.

Ωστόσο, η στρατηγική αυτή έχει κόστος. Η αδύναμη εγχώρια κατανάλωση, η κρίση ακινήτων, η πίεση στην κερδοφορία των επιχειρήσεων και οι αυξανόμενες εμπορικές αντιδράσεις περιορίζουν τη βιωσιμότητα του σημερινού μοντέλου.

Η σταδιακή ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης και η μεγαλύτερη συμμετοχή των νοικοκυριών στα οφέλη της ανάπτυξης θα μπορούσαν να περιορίσουν τις ανισορροπίες χωρίς να υπονομεύσουν τη βιομηχανική ισχύ της χώρας.

Για την Ευρώπη, το ζητούμενο είναι να υπερασπιστεί την ανταγωνιστικότητά της χωρίς να οδηγηθεί σε μια ανεξέλεγκτη εμπορική σύγκρουση. Για την Κίνα, η πρόκληση είναι να διατηρήσει την τεχνολογική της δυναμική, αποφεύγοντας μια κατάσταση στην οποία οι εξαγωγικές επιτυχίες θα συνοδεύονται από ασθενή εγχώρια ζήτηση και ολοένα εντονότερη διεθνή αντίδραση.

              

                   

 
                    

Πηγή: BNP Paribas
 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum