|
Πέντε
χρόνια αργότερα, η
επιλογή αυτή έχει
αποδώσει εντυπωσιακά. Ο
γιγαντιαίος όμιλος με
έδρα την Ομάχα αύξησε
επανειλημμένα τα
holdings του,
επωφελούμενος από τη
δυναμική ανάκαμψη της
ιαπωνικής
χρηματιστηριακής αγοράς.
Σήμερα, η αξία του
ιαπωνικού χαρτοφυλακίου
της Berkshire υπερβαίνει
τα 30 δισ. δολάρια,
αποφέροντας κέρδη ύψους
24 δισ. δολαρίων μέσα σε
μία εξαετία.
Η
επιτυχία αυτή αποδίδεται
τόσο στην ικανότητα του
Μπάφετ να εντοπίζει
υποτιμημένες εταιρείες
με ισχυρά θεμελιώδη
μεγέθη, όσο και στις
διαρθρωτικές αλλαγές που
συντελέστηκαν στην
ιαπωνική οικονομία,
συμπεριλαμβανομένων των
μεταρρυθμίσεων στην
εταιρική διακυβέρνηση,
τους νέους κανόνες
ενίσχυσης της
αποδοτικότητας κεφαλαίων
και τις πιο αναπτυξιακές
δημοσιονομικές πολιτικές
που βελτίωσαν το
επενδυτικό περιβάλλον
και ωφέλησαν τις
εταιρείες τεχνολογίας,
ενισχύοντας την
κερδοφορία και τις
αποτιμήσεις. Αν και οι
αμερικανικές μετοχές δεν
υστέρησαν τον τελευταίο
χρόνο, οι διεθνείς
αγορές τις ξεπέρασαν σε
γενικές γραμμές,
τροφοδοτώντας την
πρόσφατη τάση “Sell
America”, καθώς οι
επενδυτές άρχισαν να
περιορίζουν την έκθεσή
τους σε αμερικανικά
περιουσιακά στοιχεία.
Παρότι η Berkshire
Hathaway παραμένει σε
μεγάλο βαθμό
τοποθετημένη στις ΗΠΑ,
ένα από τα τελευταία
μεγάλα στοιχήματα του
Μπάφετ αναδεικνύει τα
οφέλη μιας πιο
διεθνοποιημένης
επενδυτικής στρατηγικής.
Το σωστό
timing
Η
Berkshire ξεκίνησε να
αποκτά μερίδια σε
πέντε μεγάλες ιαπωνικές
εταιρείες sogo
shosha ήδη από το 2019.
Πρόκειται για
διαφοροποιημένους
ομίλους με
δραστηριότητες που
εκτείνονται από την
ενέργεια έως την τεχνολογία. Το
2023 και εκ νέου το
2025, ο Μπάφετ προχώρησε
σε αύξηση των ποσοστών
συμμετοχής.
Εκείνη
τη στιγμή, η απόφαση δεν
ήταν αυτονόητη. Η
ιαπωνική χρηματιστηριακή
αγορά είχε παραμείνει
στάσιμη επί σχεδόν τρεις
δεκαετίες, μετά την
κατάρρευση της φούσκας
περιουσιακών στοιχείων
το 1989 και τη μακρά
περίοδο οικονομικής
στασιμότητας που
ακολούθησε – τις
λεγόμενες «χαμένες
δεκαετίες».
Η
χρηματοδότηση της
επένδυσης αποτέλεσε
επίσης στοιχείο
στρατηγικής ευφυΐας του
Μπάφετ. Η Berkshire
άντλησε κεφάλαια σε γιεν
με επιτόκιο περίπου 1%,
ενώ οι εμπορικές
εταιρείες στις οποίες
επένδυσε κατέβαλαν
μερισματικές αποδόσεις
κοντά στο 4%,
δημιουργώντας θετικό
επιτοκιακό περιθώριο.
Καθοριστικό ρόλο
διαδραμάτισαν και οι
πολιτικές εξελίξεις.
Μετά από δεκαετίες
αυστηρής οικονομικής
διακυβέρνησης, η Ιαπωνία
υιοθέτησε τα τελευταία
χρόνια πιο ευέλικτες και
αναπτυξιακές πολιτικές,
οι οποίες οδήγησαν την
χρηματιστηριακή αγορά σε
ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η πρωθυπουργός Sanae
Takaichi, που ανέλαβε
καθήκοντα τον Οκτώβριο,
έθεσε στο επίκεντρο της
πολιτικής της ατζέντας
τον τερματισμό της
«παρατεταμένης
δημοσιονομικής
λιτότητας»,
εξασφαλίζοντας στο κόμμα
της μια συντριπτική νίκη
και μια ευρεία
νομοθετική πλειοψηφία,
καθώς και μια ιστορική
κοινοβουλευτική εντολή
για την εφαρμογή του
οικονομικού της
προγράμματος.
Βέβαια,
οι προκλήσεις
παραμένουν. Η Ιαπωνία
εισήλθε σε τεχνική ύφεση
το 2024, εν μέσω
αυξημένου πληθωρισμού
και ασθενικής εγχώριας
ζήτησης, με κίνδυνο να
επαναληφθεί τα επόμενα
χρόνια. Οι
αναλυτές επισημαίνουν
ότι η συνταγή της
Takaichi, που βασίζεται
σε επιθετική
δημοσιονομική πολιτική,
ενδέχεται να εντείνει
την κρίση δημόσιου
χρέους.
Ωστόσο,
αυτές οι προκλήσεις δεν
έπληξαν τον θρίαμβο του
Μπάφετ. Η συνολική
εικόνα των διεθνών
αγορών την περασμένη
χρονιά υπήρξε
εντυπωσιακή, σε σύγκριση
με τις αμερικανικές. Το
2025, οι
χρηματιστηριακές αγορές
εκτός ΗΠΑ κατέγραψαν
άνοδο 28%, υπερβαίνοντας
το 16% του S&P 500. Ο
Nikkei ενισχύθηκε κατά
38,6%, επιβεβαιώνοντας
τη δυναμική της
ιαπωνικής αγοράς.
Η
αποδυνάμωση του
δολαρίου, οι εμπορικές
εντάσεις και η αυξημένη
συγκέντρωση του
αμερικανικού
χρηματιστηρίου σε λίγες
τεχνολογικές μετοχές
ενίσχυσαν τις ροές
κεφαλαίων προς το
εξωτερικό – μια τάση που
συνεχίζεται και το 2026.
Η Berkshire Hathaway
παραμένει
προσανατολισμένη σε
περιουσιακά στοιχεία των
ΗΠΑ, ωστόσο δεν φαίνεται
διατεθειμένη να
αποεπενδύσει από την
Ιαπωνία στο άμεσο
μέλλον. Όπως είχε
δηλώσει ο Μπάφετ στο
CNBC το 2023: «Μέχρι
στιγμής η στρατηγική
αυτή έχει αποδώσει
εξαιρετικά, αλλά
σκοπεύουμε να κρατήσουμε
αυτές τις μετοχές για 10
ή και 20 χρόνια».
Πηγή: Fortune.com
|