|
Η πιθανή εξαγορά,
ωστόσο, αποκτά ιδιαίτερη
σημασία καθώς παραπέμπει
στο μοντέλο που η ΔΕΗ
εφαρμόζει ήδη στην
Ελλάδα μετά την απόκτηση
της Κωτσόβολος:
τη δημιουργία ενός
καθετοποιημένου
ενεργειακού ομίλου που
δεν περιορίζεται στην
παραγωγή και πώληση
ηλεκτρικής ενέργειας,
αλλά φτάνει μέχρι τον
τελικό καταναλωτή και
τις λύσεις ενεργειακής
μετάβασης.
Η Flanco
ως πύλη προς τον Ρουμάνο
καταναλωτή
Η Flanco
αποτελεί αναγνωρίσιμο
όνομα στη ρουμανική
αγορά ηλεκτρικών και
τεχνολογικών προϊόντων
και διαθέτει σημαντικό
φυσικό και ηλεκτρονικό
δίκτυο.
Το 2025 απασχολούσε κατά
μέσο όρο 1.443
εργαζομένους,
ενώ ο κύκλος εργασιών
της διαμορφώθηκε περίπου
στα 275 εκατ.
ευρώ. Παρά το
μέγεθος του τζίρου, η
εταιρεία εμφάνισε
ζημιές, καθώς οι
συνολικές δαπάνες
ανήλθαν σε περίπου 287
εκατ. ευρώ, οδηγώντας σε
καθαρές ζημιές
13,4 εκατ. ευρώ,
έναντι ζημιών 2,5 εκατ.
ευρώ το 2024.
Το δίκτυό της ξεπερνούσε
τα 150 φυσικά
καταστήματα σε 113
πόλεις, ενώ
σημαντικό ρόλο έχει και
η ηλεκτρονική πλατφόρμα
flanco.ro.
Σε οικονομική κλίμακα, η
Flanco
είναι σαφώς μικρότερη
από την Κωτσόβολος. Η
ελληνική αλυσίδα είχε το
2025 πωλήσεις περίπου
753,6 εκατ. ευρώ,
με 110 καταστήματα.
Για τη ΔΕΗ, όμως, το
ενδιαφέρον δεν φαίνεται
να περιορίζεται στα
οικονομικά μεγέθη της
Flanco.
Το βασικό πλεονέκτημα
βρίσκεται στο
εκτεταμένο δίκτυο
λιανικής, στην
αναγνωρισιμότητα του
εμπορικού σήματος και
κυρίως στην άμεση
πρόσβαση σε εκατοντάδες
χιλιάδες καταναλωτές σε
ολόκληρη τη Ρουμανία.
Από τις ηλεκτρικές
συσκευές στις
ενεργειακές λύσεις
Εδώ βρίσκεται και η
στρατηγική διάσταση μιας
πιθανής συμφωνίας.
Η ΔΕΗ θα μπορούσε να
χρησιμοποιήσει το δίκτυο
της Flanco
όχι απλώς για την πώληση
τηλεοράσεων, υπολογιστών
και οικιακών συσκευών,
αλλά ως κανάλι
διάθεσης ολοκληρωμένων
ενεργειακών λύσεων.
Στο ίδιο δίκτυο μπορούν
να συνδυαστούν:
φωτοβολταϊκά για
κατοικίες,
συστήματα αποθήκευσης
ενέργειας,
αντλίες θερμότητας,
ενεργειακά αποδοτικές
συσκευές,
λύσεις διαχείρισης και
εξοικονόμησης ενέργειας,
υπηρεσίες που συνδέονται
με την προμήθεια
ηλεκτρικής ενέργειας.
Με αυτόν τον τρόπο, η
λιανική μετατρέπεται από
μια ανεξάρτητη εμπορική
δραστηριότητα σε
σημείο επαφής της ΔΕΗ με
το νοικοκυριό.
Η λογική είναι
αντίστοιχη με αυτή που
αναπτύσσεται στην Ελλάδα
μέσω της Κωτσόβολος: ο
πελάτης δεν αγοράζει
απλώς μια ηλεκτρική
συσκευή, αλλά μπορεί να
αποκτήσει ταυτόχρονα
υπηρεσίες ηλεκτρικής
ενέργειας, εξοπλισμό
παραγωγής και
αποθήκευσης και προϊόντα
που μειώνουν την
κατανάλωση.
Η Ρουμανία διαθέτει ήδη
την ενεργειακή βάση
Το μοντέλο αυτό αποκτά
μεγαλύτερη σημασία στη
Ρουμανία επειδή η ΔΕΗ
έχει ήδη δημιουργήσει
σημαντική παραγωγική
βάση στις Ανανεώσιμες
Πηγές Ενέργειας.
Μέσω της
PPC
Renewables
Romania,
η εγκατεστημένη ισχύς
έχει αυξηθεί στα περίπου
1,5
GW,
ενώ ο στόχος είναι να
προσεγγίσει τα 2
GW
έως το τέλος του 2026.
Η ανάπτυξη στηρίζεται
κυρίως σε αιολικά και
φωτοβολταϊκά έργα, ενώ
στο επενδυτικό πλάνο
περιλαμβάνονται επίσης η
αποθήκευση ενέργειας και
οι υποδομές δικτύων.
Έτσι, μια πιθανή
παρουσία στη λιανική θα
συμπλήρωνε την
υφιστάμενη
δραστηριότητα,
δημιουργώντας μια
αλυσίδα από την
παραγωγή πράσινης
ενέργειας μέχρι τον
τελικό καταναλωτή.
Αυτό είναι και το
ευρύτερο μοντέλο που
επιχειρεί να οικοδομήσει
η ΔΕΗ στις αγορές όπου
δραστηριοποιείται:
περισσότερη παραγωγή από
ΑΠΕ, ισχυρότερη παρουσία
στην προμήθεια και
παράλληλα εμπορικά
κανάλια για την πώληση
ενεργειακών προϊόντων
και υπηρεσιών.
Παράλληλα στο στόχαστρο
και η Ιταλία
Η Ρουμανία δεν είναι η
μοναδική αγορά στην
οποία η ΔΕΗ αναζητά
ευκαιρίες επέκτασης.
Η διοίκηση εξετάζει εδώ
και αρκετό διάστημα και
την Ιταλία,
με βασικό σενάριο την
είσοδο στη λιανική
ηλεκτρικής ενέργειας
μέσω της εξαγοράς μικρού
προμηθευτή.
Η απόκτηση μιας έτοιμης
πελατειακής βάσης θα
μπορούσε να επιταχύνει
την παρουσία του ομίλου
σε μία από τις
μεγαλύτερες και πιο
ανταγωνιστικές αγορές
ηλεκτρισμού της Ευρώπης.
Η στρατηγική παραμένει
ίδια: συνδυασμός
παραγωγής από ΑΠΕ,
προμήθειας ηλεκτρικής
ενέργειας και υπηρεσιών
προς τον τελικό
καταναλωτή, με στόχο τη
δημιουργία μεγαλύτερου
αποτυπώματος στην
ενεργειακή αλυσίδα.
Το μεγάλο στοίχημα της
Κοζάνης
Παράλληλα με τη διεθνή
επέκταση, η ΔΕΗ προχωρά
και σε ένα από τα
σημαντικότερα νέα
επενδυτικά της σχέδια
στην Ελλάδα: το
data
center
ισχύος 300 MW
στην Κοζάνη.
Ο όμιλος βρίσκεται σε
προχωρημένες συζητήσεις
με αμερικανικό
τεχνολογικό όμιλο και οι
επίσημες ανακοινώσεις
αναμένονται το επόμενο
διάστημα.
Η πρώτη φάση προβλέπει
υποδομή 300
MW,
με στόχο η κατασκευή να
ξεκινήσει εντός του 2026
και η λειτουργία να
ακολουθήσει το 2028. Σε
δεύτερη φάση, το
project
θα μπορούσε να
διευρυνθεί σημαντικά,
φτάνοντας έως και το
1
GW,
με επίκεντρο εφαρμογές
τεχνητής νοημοσύνης.
Το project
δεν αφορά μόνο την
κατασκευή ενός
data
center.
Η ΔΕΗ εξετάζει ένα
ευρύτερο ενεργειακό
μοντέλο, που
περιλαμβάνει τη
μακροχρόνια τροφοδοσία
της υποδομής με
ηλεκτρική ενέργεια,
συμβάσεις προμήθειας,
αλλά και την ενεργειακή
και αδειοδοτική ωρίμανση
της επένδυσης.
Για τη Δυτική Μακεδονία,
η επένδυση έχει
ιδιαίτερη σημασία καθώς
συνδέεται με τη μετάβαση
της περιοχής στη μετά
λιγνίτη εποχή.
Η ΔΕΗ, επομένως,
επιχειρεί να χτίσει
ταυτόχρονα σε
διαφορετικά επίπεδα:
ΑΠΕ και
παραγωγή, προμήθεια,
λιανική, ενεργειακές
υπηρεσίες και ψηφιακές
υποδομές.
Μια ενδεχόμενη συμφωνία
με τη Flanco
θα αποτελούσε ακόμη ένα
κομμάτι αυτής της
στρατηγικής,
μεταφέροντας στη
Ρουμανία το μοντέλο της
Κωτσόβολος και
ενισχύοντας την
προσπάθεια της ΔΕΗ να
εξελιχθεί από
παραδοσιακή εταιρεία
ηλεκτρισμού σε έναν
ευρύτερο ενεργειακό και
τεχνολογικό όμιλο.
|