|
Οι νέοι στόχοι
καταδεικνύουν σημαντική
αναβάθμιση σε σχέση με
το προηγούμενο πλάνο. Η
εγκατεστημένη ισχύς
αναμένεται να αυξηθεί
από 12,4 GW
το 2025 σε 24,3
GW
το 2030, με τις
ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας να φτάνουν τα
18,8 GW.
Παράλληλα, τα
προσαρμοσμένα
EBITDA
προβλέπεται να
ενισχυθούν στα €4,6 δισ.
έως το τέλος της
δεκαετίας, από €2 δισ.
το 2025, ενώ τα καθαρά
κέρδη εκτιμάται ότι θα
ανέλθουν στα €1,5 δισ.
Η χρηματοδότηση του
επενδυτικού προγράμματος
βασίζεται κατά 15% στην
αύξηση κεφαλαίου, κατά
54% σε λειτουργικές
ταμειακές ροές και κατά
31% σε νέο δανεισμό, με
στόχο τη διατήρηση του
δείκτη καθαρού χρέους
προς EBITDA
κάτω από 3,5 φορές.
Ωστόσο, οι επενδυτές
εντοπίζουν τρία βασικά
σημεία προβληματισμού.
Πρώτον, η εκτέλεση του
επενδυτικού σχεδίου,
ιδιαίτερα σε μη
ρυθμιζόμενες
δραστηριότητες, όπου
αυξάνονται οι κίνδυνοι
ανταγωνισμού,
καθυστερήσεων και
υπερβάσεων κόστους,
ιδίως σε αγορές όπως η
Κεντρική και Ανατολική
Ευρώπη. Δεύτερον, η
επίτευξη των στόχων
κερδοφορίας σε ένα
περιβάλλον με
αβεβαιότητα στις τιμές
ενέργειας, το φυσικό
αέριο και τα δικαιώματα
εκπομπών. Τρίτον, το
έργο data
center
στην Κοζάνη, ισχύος 300
MW,
το οποίο διχάζει τους
επενδυτές ως προς τη
στρατηγική του συνάφεια,
παρά την εκτιμώμενη
απόδοση και τη σχετικά
περιορισμένη συμβολή του
στα συνολικά μεγέθη.
Συνολικά, η ΔΕΗ
επιχειρεί έναν
μετασχηματισμό μεγάλης
κλίμακας, με την
επιτυχία του να
εξαρτάται πλέον όχι από
τον σχεδιασμό, αλλά από
την αποτελεσματική
υλοποίησή του σε ένα
απαιτητικό και αβέβαιο
ενεργειακό περιβάλλον.
|