|
Η πίεση στους κρατικούς
προϋπολογισμούς είναι
ήδη ορατή. Το πραγματικό
μέσο επιτόκιο δανεισμού
των κυβερνήσεων
προβλέπεται να αυξηθεί
από 2,3% το 2021 σε 3,7%
έως το 2031, οδηγώντας
σε αύξηση της δαπάνης
για τόκους εξυπηρέτησης
του δημόσιου χρέους σε
όλο τον κόσμο. Στις ΗΠΑ,
οι δαπάνες για τόκους
προβλέπεται να αυξηθούν
από περίπου 2,8% του ΑΕΠ
πριν από την πανδημία σε
5,7% το 2031, ένα ποσό
ίσο με τις προβλεπόμενες
δαπάνες για την
κοινωνική ασφάλιση.
Οι αυξανόμενες δαπάνες
για τόκους αποτελούν ένα
ολοένα και μεγαλύτερο
βάρος για τους
προϋπολογισμούς,
αφήνοντας λιγότερα
περιθώρια για δημόσιες
επενδύσεις και
κοινωνικές δαπάνες,
σημειώνει το Ταμείο.
Παράλληλα, περιορίζουν
και τη δυνατότητα των
κυβερνήσεων να δράσουν
σε περιόδους ύφεσης, τη
στιγμή που αυξάνονται οι
πιέσεις για δαπάνες
στους τομείς της άμυνας,
της ενεργειακής
ασφάλειας και λόγω της
γήρανσης του πληθυσμού.
Τα υψηλότερα επιτόκια
κάνουν πιο δύσκολη την
προσπάθεια μείωσης του
παγκόσμιου χρέους,
ενισχύοντας τη δυναμική
του. «Σε έναν αυξανόμενο
αριθμό οικονομιών, τα
επιτόκια για νέο χρέος
υπερβαίνουν τους
αναμενόμενους
ονομαστικούς ρυθμούς
ανάπτυξής τους», με
αποτέλεσμα οι
κυβερνήσεις να
χρειάζονται ισχυρότερα
πρωτογενή δημοσιονομικά
ισοζύγια για να
αποτρέψουν την αύξηση
του χρέους. Ωστόσο, το
παγκόσμιο πρωτογενές
έλλειμμα αναμένεται να
αυξηθεί στο 3,3% του ΑΕΠ
το 2026, ενώ η
σταθεροποίηση του
παγκόσμιου χρέους θα
απαιτούσε τη μείωσή του
σε περίπου 2,6%. «Και
επειδή το παγκόσμιο
χρέος προβλέπεται να
συνεχίσει να αυξάνεται,
θα χρειαστεί μια
περαιτέρω προσαρμογή
παρόμοιου μεγέθους τα
επόμενα χρόνια».
«Οι υψηλότερες αποδόσεις
των ομολόγων αφήνουν
στις χώρες μικρότερο
περιθώριο για
καθυστέρηση. Οι μεγάλες
ανεπτυγμένες οικονομίες
με υψηλό χρέος
χρειάζονται συγκεκριμένα
μέτρα που να βασίζονται
σε αξιόπιστα
μεσοπρόθεσμα σχέδια και
ρεαλιστικές παραδοχές.
Αυτό είναι απαραίτητο
για να τεθεί το χρέος σε
βιώσιμη τροχιά, να
περιοριστούν τα κόστη
δανεισμού και να
περιοριστούν οι
δευτερογενείς επιπτώσεις
στον υπόλοιπο κόσμο. Η
καθυστέρηση της
προσαρμογής θα οδηγούσε
σε αύξηση του
επιτοκιακού βάρους και
των δημοσιονομικών
ευπαθειών, θα περιόριζε
περαιτέρω τις επιλογές
πολιτικής και, τελικά,
θα απαιτούσε μια
μεγαλύτερη προσαρμογή
για τη σταθεροποίηση του
χρέους. Όσο περισσότερο
περιμένουν οι χώρες,
τόσο πιο επώδυνη γίνεται
η προσαρμογή», καταλήγει
το ΔΝΤ.
|