|
Η
πλατφόρμα θα ελέγχει αν
πληρούνται τα
προβλεπόμενα κριτήρια
και, εφόσον αυτά
επιβεβαιώνονται, θα
εκδίδει σχετική βεβαίωση
προς τον πιστωτή, ώστε
να προχωρήσει η ρύθμιση
του δανείου.
Στην
ελληνική αγορά είχαν
χορηγηθεί συνολικά
περίπου 57.000 δάνεια σε
ελβετικό φράγκο, τόσο σε
φυσικά όσο και σε νομικά
πρόσωπα, συνολικής αξίας
14,1 δισ. CHF. Σήμερα,
στο χαρτοφυλάκιο των
τραπεζών παραμένουν
20.625 δάνεια με
υπόλοιπο 2,5 δισ.
ελβετικά φράγκα, ενώ
επιπλέον 17.442 δάνεια
ύψους περίπου 3 δισ. CHF
βρίσκονται υπό τη
διαχείριση servicers,
κυρίως μέσω
τιτλοποιήσεων του
προγράμματος «Ηρακλής».
Συνεπώς,
το νέο πλαίσιο αφορά
περίπου 40.000 δάνεια
συνολικά, με το τελικό
εύρος εφαρμογής να
εξαρτάται από τις
επιλογές των ίδιων των
δανειοληπτών, καθώς η
ένταξη στη ρύθμιση είναι
προαιρετική. Για τις
τράπεζες, σε περίπτωση
που όλοι οι επιλέξιμοι
δανειολήπτες προχωρήσουν
σε μετατροπή των δανείων
τους σε ευρώ, το
συνολικό κόστος
εκτιμάται ότι θα υπερβεί
τα 600 εκατ. ευρώ.
Δάνεια
σε ελβετικό φράγκο: οι
δύο εναλλακτικές
ρύθμισης
Η
νομοθετική παρέμβαση
καλύπτει το σύνολο των
δανείων σε ελβετικό
φράγκο – εξυπηρετούμενα,
μη εξυπηρετούμενα και
ήδη ρυθμισμένα – και
παρέχει στους οφειλέτες
δύο διακριτές επιλογές,
τις οποίες οι πιστωτές
υποχρεούνται να
αποδεχθούν.
Για τα
μη εξυπηρετούμενα
δάνεια, η διαδικασία
ρύθμισης
πραγματοποιείται μέσω
της πλατφόρμας του
εξωδικαστικού
μηχανισμού. Η λύση που
προκύπτει από τον
αλγόριθμο είναι
δεσμευτική για τους
πιστωτές, χωρίς την
εφαρμογή πρόσθετων
φίλτρων εισοδήματος ή
περιουσίας.
Για τα
εξυπηρετούμενα ή ήδη
ρυθμισμένα δάνεια,
προβλέπεται η οριστική
μετατροπή τους από
ελβετικό φράγκο σε ευρώ,
με ευνοϊκή ισοτιμία που
οδηγεί σε ουσιαστική
μείωση του κεφαλαίου,
από 15% έως και 50%,
ανάλογα με κοινωνικά και
οικονομικά κριτήρια. Το
πλαίσιο συμπληρώνεται
από σταθερό και χαμηλό
επιτόκιο για όλη τη
διάρκεια του δανείου,
καθώς και δυνατότητα
επιμήκυνσης έως πέντε
έτη, ώστε η μηνιαία δόση
να καταστεί πραγματικά
διαχειρίσιμη.
Η
μετατροπή σε ευρώ
συνοδεύεται από σταθερό
επιτόκιο που κυμαίνεται
μεταξύ 2,30% και 2,90%
για το σύνολο της
εναπομένουσας διάρκειας,
επίπεδα σαφώς χαμηλότερα
από εκείνα ενός νέου
στεγαστικού δανείου στη
σημερινή αγορά.
Τα
κριτήρια για τη μείωση
της οφειλής
Για τους
οικονομικά πιο ευάλωτους
δανειολήπτες προβλέπεται
η μεγαλύτερη ελάφρυνση:
μείωση ισοτιμίας κατά
50% και αποπληρωμή του
υπολοίπου με σταθερό
επιτόκιο 2,30%. Τα
κριτήρια, τα οποία
διαφοροποιούνται ανάλογα
με τη σύνθεση του
νοικοκυριού,
περιλαμβάνουν εισόδημα
από 7.500 έως 22.000
ευρώ, αξία ακίνητης
περιουσίας μεταξύ
125.000 και 185.000 ευρώ
και καταθέσεις στο εύρος
7.500–22.000 ευρώ.
Μείωση
ισοτιμίας 30% και
σταθερό επιτόκιο 2,50%
προβλέπεται για
δανειολήπτες με
εισοδήματα 9.375–23.375
ευρώ, ακίνητη περιουσία
156.250–216.250 ευρώ και
καταθέσεις στο ίδιο
εύρος.
Για
εισοδήματα από 11.250
έως 25.250 ευρώ, αξία
περιουσίας
187.500–247.500 ευρώ και
καταθέσεις 11.250–25.250
ευρώ, η ρύθμιση
προβλέπει «κούρεμα»
ισοτιμίας 20% και
σταθερό επιτόκιο 2,70%.
Όσοι δεν
πληρούν τα παραπάνω
κριτήρια μπορούν να
επωφεληθούν από βελτίωση
της ισοτιμίας κατά 15%
σε σχέση με την τρέχουσα
και σταθερό επιτόκιο
2,90% για το υπόλοιπο
του δανείου. Στην
περίπτωση αυτή, το
αίτημα υποβάλλεται
απευθείας, εγγράφως,
προς την τράπεζα ή τον
servicer που
διαχειρίζεται το δάνειο.
|